Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Η τραγική αποτυχία του "μετακομμουνισμού" στην Ανατολική Ευρώπη

Η άνοδος του δεξιού λαϊκισμού
Η βαθιά οικονομική κρίση και η αυξανόμενη ανεργία σε όλο τον πρώην κομμουνιστικό κόσμο έχει φέρει στην εξουσία ορισμένα ακραία πολιτικά κόμματα και άτομα τα οποία ασπάζονται τον δεξιό εθνικιστικό λαϊκισμό. Το ουγγρικό Fidesz, ένα ανοιχτά δεξιό εθνικιστικό κόμμα, κέρδισε το 52.73% της ψήφου στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Απρίλη του 2010. Το Jobbik (Κίνημα για μια Καλύτερη Ουγγαρία), ένα ξενοφοβικό ακροδεξιό κόμμα, ήρθε τρίτο με 16.67% των ψήφων. Στο μέσο μιας καταστροφικής οικονομικής ύφεσης, η εθνικιστική δεξιά κέρδισε το μεγαλύτερο κομμάτι της λαϊκής ψήφου, αναζωογονώντας την παραδοσιακή ουγγρική θυματοποίηση των εθνοτικών μειονοτήτων και την χρήση των Εβραίων και των Ρομά συγκεκριμένα ως εξιλαστήριων θυμάτων για την εκτεταμένη ανεργία και φτώχεια. Όταν ο Oszkár Molnár, ένα ηγετικό στέλεχος του Fidesz που εξελέγη στο νέο κοινοβούλιο, δήλωσε "Αγαπώ την Ουγγαρία, αγαπώ τους Ούγγρους, και προτιμώ τα ουγγρικά συμφέροντα απέναντι στο παγκόσμιο επενδυτικό κεφάλαιο, ή το εβραϊκό κεφάλαιο, που θέλει να καταβροχθίσει όλον τον κόσμο, αλλά ειδικά την Ουγγαρία", δεν του έγινε καν δημόσια παρατήρηση από κανέναν από τους συναδέλφους του στο κόμμα.

Τον Δεκέμβριο του 2010, η πλειοψηφία δύο τρίτων που έχει στη Βουλή το Fides του επέτρεψαν να περάσει έναν δρακώνειο νόμο για τα ΜΜΕ, ο οποίος έδινε στην κυβέρνηση περισσότερη ελευθερία να ασκεί αυστηρό έλεγχο στα ιδιωτικά μήντια. Αυτός ο αμφιλεγόμενος νέος νόμος πυροδότησε διαδηλώσεις στους δρόμους της Βουδαπέστης, όπου πολλοί Ούγγροι κρατούσαν κενά πλακάτ για να διαμαρτυρηθούν για την προτεινόμενη κυβερνητική λογοκρισία. Έφερε επίσης κριτική στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Η Ουγγαρία έγινε μέλος της ΕΕ από τον Μάιο του 2004), ως "απειλή στην ελευθερία του Τύπου" και "σοβαρός κίνδυνος για τη δημοκρατία", εφόσον επιτρέπει τεράστια πρόστιμα και άλλες νομικές κυρώσεις για μηντιακά ή διαδικτυακά κέντρα που τολμούν να δημοσιεύσουν ή να μεταδώσουν "μη ισορροπημένες" ή "ανήθικες" πληροφορίες, ειδικά πληροφορίες που κριτικάρουν την κυβέρνηση, σε ένα έθνος όπου ο ένας στους τρεις ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι επικριτές παραπονέθηκαν ότι ο πιο περιοριστικός νόμος για τα ΜΜΕ στην Ευρώπη θα καταπνίξει τον πλουραλισμό και θα φέρει το ρολόι της δημοκρατίας πίσω σ' αυτή την πρώην κομμουνιστική χώρα.

Ειδικά ο γερμανικός τύπος έχει απεικονίσει αρνητικά τον ούγγρο πρωθυπουργό Viktor Orbán, όχι μόνο επειδή προσπαθεί να φιμώσει τα τοπικά ΜΜΕ, αλλά και επειδή αναζητά μια μονοκομματική εξουσία του Fidesz και μετατρέπει την Ουγγαρία σε ένα ολοκληρωτικό “Führerstaat” (Οι Ούγγροι σχολιαστές έχουν παρόμοια παραπονεθεί για την "Ορμπανοποίηση" της χώρας τους. Ο Károly Vörös, εκδότης της ουγγρικής εφημερίδας Népszabadság, διαμαρτύρεται πως ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ θέλει να "σταμπάρει τις ψυχές των δημοσιογράφων με την αίσθηση φόβου", και ότι "ολόκληρο το συνταγματικό κράτος της Ουγγαρίας διαλύεται συστηματικά".[3] Νιώθωντας όμως ότι έχει στήριξη στη χώρα του, με δεδομένη την άσχημη αντικαπιταλιστική, αντι-ΕΕ και αντιαμερικανική διάθεση των συνηθισμένων Ούγγρων, ο τύπου Μπερλουσκόνι λαϊκιστής Orbán πήρε, όπως και στο παρελθόν, άκαμπτη στάση, προειδοποιώντας την ΕΕ να μην ανακατεύεται με τα εσωτερικά της Ουγγαρίας: "Η ΕΕ πρέπει να προσαρμοστεί στην Ουγγαρία και όχι η Ουγγαρία στην ΕΕ…" (Η Ουγγαρία ανέλαβε επίσημα την εξάμηνη προεδρία της ΕΕ στις 1 Ιανουαρίου 2011). Όμως αυτό που πολλοί Ούγγροι υποπτεύονται είναι πως ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ είναι απλώς ένα έξυπνο στρατήγημα για να αποφευχθεί η προσοχή του κόσμου από τα βαριά οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Μια άλλα αυταρχική μορφή, ο Boyko Borisov, πρώην εθνικός αρχηγός της αστυνομίας, κάτοχος ενός σκοτεινού παρελθόντος στην περίοδο του κομμουνισμού και με καταγγελίες για συνδέσμους με τον τοπικό εγκληματικό υπόκοσμο, κυβερνά τη Βουλγαρία, που έγινε μέλος της ΕΕ τον Ιανουάριο του 2007, παρά το γεγονός ότι είναι η πιο διεφθαρμένη και εγκληματικά διαβρωμένη χώρα στο πρώην ανατολικό μπλοκ, με την εξαίρεση του διαβόητα μαφιοζοκρατούμενου Κόσοβο (άλλος ένας σκανδαλώδης υποψήφιος για μελλοντικό στάτους μέλους της ΕΕ που ελπίζει να μπει σ' αυτήν από το 2015). Η εκλογική επιτυχία του Μουσσολινοειδούς μπράβου Borisov και του δεξιού του GERB (Πολίτες για την Ευρωπαϊκή Ανάπτυξη της Βουλγαρίας) στις εκλογές του Ιουλίου του 2009 δεν εξέπληξε κανένα σε μια χώρα της οποίας τα προβλήματα έχουν γίνει τα πιο εμβληματικά της στρεβλής μετακομμουνιστικής πορείας της περιοχής και της τωρινής της δυστυχίας. Με κάθε σχεδόν μακρο-οικονομικό δείκτη, η Βουλγαρία βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση τώρα από ό,τι στο κομμουνιστικό παρελθόν.

Οι επίσημες στατιστικές δείχνουν ότι το ετήσιο ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν εισόδημα του πληθυσμού έχουν βυθιστεί, ότι το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας έχει διαλυθεί, και ότι απειλείται ακόμα και η βιολογική επιβίωση πολλών πτωχευμένων Βουλγάρων. Τα άμεσα αποτελέσματα των "μεταρρυθμίσεων" με προσανατολισμό την αγορά ήταν η καταστροφή της βιομηχανίας και γεωργίας της Βουλγαρίας, η ανεργία, ο πληθωρισμός, η ξέφρενη ανισότητα εισοδημάτων, η συντριπτική φτώχεια, και ακόμη και ο υποσιτισμός. Το οργανωμένο έγκλημα και η ενδημικών διαστάσεων διαφθορά με τη μορφή του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων, η υπεξαίρεση, η δωροδοκία, η πώληση "επιρροή", η λαθρεμπορία, τα κυκλώματα "προστασίας", ο παράνομος τζόγος, η πορνεία και η πορνογραφία έχουν επιφέρει βαρύ κόστος στο βιωτικό επίπεδο και τον τρόπο ζωής μετά τον κομμουνισμό. Ένα άλλο ατυχές γεγονός είναι η εξαπλωμένη αδιαφορία για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των μέσων Βουλγάρων, για πολλούς απ' τους οποίους το οκτάωρο εργασίας είναι πια απλή ανάμνηση. 
Το καταστροφικό οικονομικό περιβάλλον, με τη σειρά του, δημιούργησε ένα ασταθές και απρόβλεπτο πολιτικό κλίμα. Καμία από τις κυβερνήσεις που εξελέγη στην διάρκεια της καταιγιστικής μετα-κομμουνιστικής περιόδου δεν επιβίωσε για πάνω από μια θητεία (συχνά, λιγότερο και απ' αυτό). Η μεταβλητότητα αυτή δείχνει την ασταθή και απρόβλεπτη φύση της πολιτικής στη Βουλγαρία, ως αποτέλεσμα της καταστροφικής οικονομικής κατάστασης και της πασιφανούς ανικανότητας των υπάρχοντων πολιτικών ελίτ να προσφέρουν βάσιμες λύσεις για αυτή.  Έχοντας μπουχτίσει με την οικονομική παρακμή, την κυβερνητική αδιαφορία, την κλοπή από τα πάνω, την ανεξέλεγκτη εγκληματικότητα και διαφθορά, οι Βούλγαροι επανειλημμένα ρίχνουν ψήφους διαμαρτυρίας ενάντια στον εξουσιασμό ανίκανων, συμφεροντολογικών, διεφθαρμένων και εγκληματικών κλικών κομματικών πολιτικών που αναζητούν το προσωπικό κέρδος. Όμως το τέλος της δυστυχίας τους μοιάζει να απομακρύνεται, ειδικά τώρα που η κυβέρνηση Borisov επέβαλε έναν δρακωνικής αυστηρότητας προϋπολογισμό που περικόπτει 20% των δημόσιων δαπανών. 

Την ίδια στιγμή, η πολιτική έχει γίνει με διαφορά η πιο επικερδής ενασχόληση—πιο επικερδής, και με λιγότερο ρίσκο, από κάθε κερδοσκοπική επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό μεταμόρφωσε τα πολιτικά κόμματα σε κάτι σαν επιχειρήσεις καρχαριών—καλά οργανωμένες κλίκες ανήθικων και αρπακτικών ραντιέρηδων που φιλοδοξούν να αναλάβουν τα ηνία της εξουσίας για να πλουτίσουν, εκμεταλλευόμενοι τον ληθαργικό, προβατοειδή πληθυσμό και λαφυραγωγώντας τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας, ειδικά τώρα που η Βουλγαρία μπορεί να βασιστεί στην λήψη σημαντικών ποσών σε διεθνή βοήθεια και επενδύσεις από την ΕΕ. Τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με συχνά εγκληματικές ρίζες καταγωγής, έχουν συσπειρωθεί γύρω απ' τα μεγάλα πολιτικά κόμματα τα οποία και χρηματοδοτούν, προσθέτοντας ισχυρά πλουτοκρατικά στοιχεία σε κάτι που στην ουσία είναι μια κλεπτοκρατική και μαφιόζικη ολιγαρχία. Για αυτό και ο καθημερινός άνθρωπος δεν βλέπει διαφορά ανάμεσα στην διεφθαρμένη του κυβέρνηση και τα οργανωμένα συνδικάτα του εγκλήματος στη Βουλγαρία. Δεν είναι απορίας άξιο, κατά συνέπεια, που οι Βούλγαροι τείνουν να αναφέρονται στο κράτος τους ως "κράτος μαφίας", "δημοκρατία της μπανάνας", "τσίρκο" και "Παραλογιστάν." Ακόμα περιμένουν την μακρά υποσχόμενη άφιξη του "φυσιολογικού" καπιταλισμού και της "φυσιολογικής" δημοκρατίας, όταν η προσωπική οικονομική ασφάλεια, ο βιώσιμος μισθός, και το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης θα αντικαταστήσουν τη σημερινή υψηλή ανεργία, μίζερη φτώχεια, έλλειψη στέγης και κοινωνική κατάθλιψη. Περίπου 1.2 εκατομμύρια Βούλγαροι (το 16% του πληθυσμού), κυρίως νέοι άνθρωποι, έχουν ήδη ψηφίσει με τα πόδια, αναζητώντας πιο πράσινα λιβάδια (η μετανάστευση λόγω φτώχειας μείωσε τον πληθυσμό της Βουλγαρίας στην μετακομμουνιστική εποχή από περίπου 9 εκατομμύρια το 1989 σε 7 εκατομμύρια σήμερα).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου