Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Και τι σκατά να ψηφίσω ρε φίλε; (μέρος 3ο)

Άντε να τελειώνουμε με το έπος, γιατί έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε. Ούτως ή άλλως, μου βγήκε τόσο μεγάλο που μάλλον δεν θα το διαβάσει κανείς.
Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις
Βαθιά ανάσα. Βουτάμε στα σκατά και ψάχνουμε για διαμάντια. Που μπορεί να μην υπάρχουν καν.
Κατ’ αρχάς, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις είναι ένα απίστευτο τουρλουμπούκι, που περιλαμβάνει από κομμουνιστές μέχρι φασίστες κι από οικολόγους μέχρι πορνοστάρ. Τα πάντα όλα. Μέχρι και πασόκους έχουμε. Ενίοτε ανακατεμένους με όλους τους υπόλοιπους μέσα στο ίδιο κόμμα.http://nefelikas.wordpress.com/2012/04/27/vote3/

Η παραδοσιακή μέθοδος χαρτογράφησης του αντιμνημονιακού πόλου θα ήταν να κάνουμε μία σχετικά αυθαίρετη ομαδοποίηση, τοποθετώντας κάποιους στα δεξιά και κάποιους στ’ αριστερά του πολιτικού φάσματος. Όπως τα παλιά καλά χρόνια, που ήταν απλά τα πράγματα: Αν κάποιος μίλαγε για έθνος και ορθοδοξία ήταν δεξιός, αν μίλαγε για λαό και ταξική πάλη ήταν αριστερός. Αμ δε… Αυτά που ξέραμε να τα ξεχάσουμε. Άσε που μ’ αυτή την συλλογιστική καταλήγουμε να συμψηφίζουμε τις ρίψεις γιαουρτιών με τις δολοφονίες αθώων. Παλιό το κόλπο, αλλά δεν τσιμπάμε.
Ας τολμήσουμε να κάνουμε το αντίθετο: να τους ομαδοποιήσουμε με βάση το πόσο μετριοπαθείς ή επαναστάτες είναι. Και να δούμε αν έτσι μπορούμε να ξεχωρίσουμε την ήρα απ’ το στάρι. Αφού το πραγματικό διακύβευμα αυτών των εκλογών δεν αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της όποιας δανειακής σύμβασης, αλλά το αν η διογκούμενη πόλωση θα οδηγήσει σε ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος ή στην παράταση της ηγεμονίας του. Καθώς και το αν η αναπόφευκτη μετάλλαξη του μοντέλου διακυβέρνησης (που έχει ήδη πάψει να στηρίζεται σε αυτοδυναμίες) θα επιτευχθεί δια της βίας ή όχι.
Οι μετριοπαθείς είναι εκείνοι που παζαρεύουν μια θεσμική και συναινετική λύση εντός υπάρχοντος συστημικού πλαισίου. Άσχετα από το ποιες είναι οι ιδεολογικές καταβολές τους, το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι επιθυμούν να παίξουν ρόλο ρυθμιστή σε οποιονδήποτε συνασπισμό εξουσίας μπορούν να χωθούν, κατά προτίμηση χωρίς να χρειαστεί να σπάσουν αυγά. Αν δεν κάτσει, θα ασκήσουν δριμεία λεκτική κριτική από τα έδρανα της αντιπολίτευσης. Άντε να ανάψουν και κάνα κεράκι για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο κακό κάρμα.
Ήρεμα πράγματα, πολιτισμένα. Κουβέλης για παράδειγμα, που βλέπει τα ιστορικά στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς να αποχωρούν ο ένας μετά την άλλην, δηλώνοντας αηδιασμένοι με το κύμα μετανάστευσης του μισού ΠΑΣΟΚ στο κόμμα τους. Βρωμάει αποτυχία η φάση, αλλά σ’ αυτές τις εκλογές όλο και κάτι θα τσιμπήσει η ΔΗΜΑΡ από ανθρώπους που έχουν την καρδιά τους αριστερά και το πορτοφόλι τους δεξιά. Και δυστυχώς υπάρχουν ακόμα αρκετοί, και πολλοί από αυτούς ψάχνουν για πολιτική στέγη όπου θα μπορέσουν να συναλλαχθούν με γνώριμα πρόσωπα.
Και μια που μιλάμε για γνώριμα πρόσωπα, κατεβαίνει και η Κατσέλη, υπουργός οικονομίας του ΠΑΣΟΚ επί πρώτου μνημονίου αν δεν κάνω λάθος. Κοινωνική Συμφωνία λέγεται το κόμμα της. Που είναι ένας μάλλον ποιητικός όρος για να δηλώσει κανείς την πρόθεση του να συμβιβαστεί με οτιδήποτε, αρκεί να του δώσουν ένα κομμάτι από την πίτα. Και καλά, πρόκειται για τη σοσιαλιστική πλευρά της παράταξης, που προδώθηκε από τους εκσυγχρονιστές ενώ η ίδια έχυνε τον τίμιο ιδρώτα της αγωνιζόμενη σε συνδικάτα και καταλαμβάνοντας νευραλγικά πόστα στο δημόσιο. Τίγκα στη διαφάνεια, την αξιοκρατία και την αλληλεγγύη εννοείται. Ρε δε μας χέζετε;
Μετά είναι οι Οικολόγοι. Όχι του Βεργή, οι άλλοι. Οι σοβαροί, ορθολογιστές και προοδευτικοί. Και τόσο αθόρυβοι που προσωπικά αμφιβάλω ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στο βαθμό δυσκολίας των σημερινών συνθηκών. Γιατί στη θεωρία κι εγώ συμφωνώ ότι η στάση του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον παίζει τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση του ιδεολογικού πλαισίου και του οικονομικού συστήματος. Στην πράξη όμως έχουμε συσσίτια αστέγων και τάγματα εφόδου. Και προέχει να κάνουμε κάτι μ’ αυτά. Παίρνοντας δραστικά μέτρα κατά προτίμηση.
ΠΑΜΕ παρακάτω. Αν πιστέψουμε την προπαγάνδα του, το ένα και μοναδικό κόμμα που κατέχει τη μία και μοναδική αλήθεια γιατί μονάχα αυτό είναι σε θέση να ερμηνεύσει σωστά το ένα και μοναδικό δόγμα, είναι ό,τι πιο αριστερό υπάρχει. Κι ό,τι πιο επαναστατικό. Μπορεί βέβαια το ΚΚΕ να μην αποδέχεται το θεσμό της αστικής δημοκρατίας, αλλά προς το παρόν δεν έχει κανένα πρόβλημα να συμμετάσχει στις διαδικασίες της και να φιλοξενείται στα στούντιο της. Καθώς και να απολύει εργαζόμενους από τις καπιταλιστικότατες επιχειρήσεις του. Όταν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας θα αλλάξουν αυτά. Μέχρι τότε παίζει αντιπολίτευση και διαμαρτύρεται συντεταγμένα και χώρια, κατά προτίμηση έξω από τον Χόντο στην Ομόνοια (που δεν πέφτουν και τόσα πολλά χημικά). Την επανάσταση θα την πραγματοποιήσει μόνον όταν σύσσωμος ο ελληνικός λαός του δώσει την έγκριση για να το κάνει – αναίμακτα κατά προτίμηση. Αν και δεν θα χρειάζεται πια.
Και κάπου εδώ αρχίζει και ζορίζει το πράγμα, γιατί από τη μία έχουμε εθνικιστικά μορφώματα τύπου Καμμένου και Παπαθεμελή-Καζάκη (ναι, κατεβαίνουν μαζί αυτοί οι δύο και δεν είναι πλάκα), κι απ’ την άλλη έχουμε την υπόλοιπη αριστερά. Και κάτι περίεργους, αγνώστων λοιπών στοιχείων.
Το κυριότερο πρόβλημα της πατριωτικής δημαγωγίας είναι ότι εξυψώνει το φρόνημα των απελπισμένων μεν, παρασέρνει τους αφελείς στην αγκαλιά του φασισμού δε. Κι επειδή ο φασισμός γιγαντώνεται από το μίσος και τη μανία για εκδίκηση, όσο πιο σκατά είναι οι συνθήκες τόση περισσότερη δύναμη θα αποκτήσει. Άρα τον συμφέρει να είναι σκατά οι συνθήκες. Και λογικό είναι ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να τις επιδεινώσει σε τέτοιο βαθμό που η άνοδος του στην εξουσία να γίνει ευρέως δεκτή με ανακούφιση. Κι όποιος νομίζει ότι ισοπεδώνω και κινδυνολογώ, παρακαλείται να μου υποδείξει ένα ιστορικό παράδειγμα όπου το σενάριο ήταν διαφορετικό από αυτό που περιγράφω.
Στην παρούσα φάση, έχουμε το παράδοξο μιας αντιμνημονιακής ακροδεξιάς που προέρχεται από τα σπλάχνα του συστήματος αλλά ευαγγελίζεται την αυστηρή τιμωρία όσων το απαρτίζουν. Ο Παπαθεμελής διετέλεσε υπουργός, ο Καμμένος υφυπουργός, ο Μιχαλολιάκος συνεργάτης της ΚΥΠ, κι ο Καρατζαφέρης ήταν απλά χωμένος παντού. Άσχετα από το αν τους θεωρούμε γραφικούς ή επικίνδυνους, με τη σθεναρή υποστήριξη των Μέσων αυτοί οι άνθρωποι συνέβαλαν τα μέγιστα στο να μετατοπιστεί η πολιτική ατζέντα σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας, δημόσιας τάξης και δημογραφικής καθαρότητας. Αφήνοντας το εγχώριο κεφάλαιο, την εκκλησία και τον στρατό έξω από τη συζήτηση, και προβοκάροντας τον δικομματισμό να ακολουθήσει στο ποντάρισμα. Που δυστυχώς αποδείχτηκε τόσο ηλίθιος ώστε να το κάνει…
Με όχημα τη στείρα προγονολατρεία, οι κάθε λογής εθνικιστές (αντιμνημονιακοί και μη) βρίσκουν δικαιολογία για να παρακάμψουν τις παθογένειες και τα δομικά προβλήματα του συστήματος, και να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα. Τα φορτώνουν όλα στις Γερμανικές αποζημιώσεις, τους Εβραίους τραπεζίτες, τους Τούρκους πράκτορες και τους Πακιστανούς πορτοφολάδες. Φταίνε οι ξένοι, που μονίμως συνωμοτούν εναντίον μας. Άγνωστο γιατί. Μάλλον γιατί είμαστε Ορθόδοξοι κι έχουμε την ωραιότερη χώρα του κόσμου. Τη διαχείριση της οποίας τόσο καιρό εμπιστευόμασταν οικειοθελώς σε Έλληνες δοσίλογους και προδότες, αλλά αυτό για κάποιο λόγο είναι άσχετο. Το πολύ-πολύ να κρεμάσουμε μερικούς και θα λυθούν όλα.
Είναι περιττό να τονίσουμε ότι ακόμα κι αν το μέτωπο του εθνικισμού παραμείνει διασπασμένο, από τη στιγμή που αυξάνει την κοινωνική του επιρροή και καθορίζει το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, νομοτελειακά οδηγούμαστε σε κάποιου είδους βίαιη εκτόνωση της συσσωρευμένης έντασης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η ακροδεξιά συχνά ταυτίζεται με το παρακράτος. Το οποίο έχει ξεσαλώσει στο βαθμό που δεν διστάζει να απευθύνει ναζιστικούς χαιρετισμούς δημόσια, ενώ οι μαχαιροβγάλτες του φιγουράρουν πια σε ψηφοδέλτια και προβάρουν κουστούμια εξουσίας. Κι όποιος λέει ότι αυτά δεν γίνονται πια, ας αναλογιστεί πόσο γρήγορα η Χρυσή Αυγή πέρασε από το περιθώριο του ποινικού δικαίου στην κεντρική πολιτική σκηνή (για να μη μιλήσουμε για τσεκουροφόρους ακτιβιστές που έφτασαν να γίνουν υπουργοί). Ας συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι αυτή η νέα γενιά φασιστών δρα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου η ανάμνηση του εμφυλίου δεν είναι και τόσο νωπή όσο την εποχή της Χούντας. Η οποία βασάνιζε κι εξόριζε κόσμο αβέρτα, αλλά δεν τολμούσε να προβεί σε μαζικές εκτελέσεις κι εθνοκαθάρσεις. Ούτε σε επιθετικούς πολέμους.
Η αντιστροφή του πολιτικού κλίματος κι ο επαναπροσδιορισμός του μέσα σε ένα καινούργιο δημοκρατικό πλαίσιο επαφίεται για άλλη μια φορά στην αριστερά.
Αλλά για ποια αριστερά μιλάμε; Για την αριστερά των τηλεοπτικών πάνελ ή για την αριστερά των δρόμων; Για την αριστερά των καθοδηγητών ή την αριστερά των ανένταχτων; Για την αριστερά των φοιτητικών τραμπουκισμών ή την αριστερά της κοινωνικής αλληλεγγύης; Με ευρώ ή δραχμή; Πατριωτική ή άνευ; Λενινιστική ή Μαοϊκή; Τσάβες μήπως;
Ο Αλέξης Τσίπρας ονειρεύεται μια ισχυρή κι ενωμένη αριστερά – ή έτσι λέει τουλάχιστον. Στην πράξη, όλοι ξέρουμε ότι είναι μηδαμινή η πιθανότητα να πιάσει τόσο υψηλό ποσοστό ώστε να μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση με τη συμμετοχή πολιτικών αρχηγών που δεν θέλουν ούτε να του μιλήσουν στο τηλέφωνο. Κι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που θεωρητικά θα μπορούσε να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, και μόνο κάτω από κάποιες προϋποθέσεις), δεν μπαίνει στη Βουλή που να χτυπάει τον κώλο της κάτω. Από τη μία επειδή η συσπείρωση των τρομοκρατημένων αριστερών ευνοεί το κόμμα με το μεγαλύτερο ρεύμα (κι έχει ρεύμα ο Σύριζας απ’ ό,τι ακούω), κι από την άλλη επειδή το όλο πατερναλιστικό στυλάκι απέναντι στα πρόβατα που επιτέλους ανακαλύπτουν ότι ο μαρξισμός είχε δίκιο, σπάει αρχίδια.
Κι εκεί ακριβώς εστιάζεται κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα που βασανίζει όλη την αριστερά – από τους ανανεωτικούς μέχρι τους πιο φανατικούς σταλίνες. Η αλαζονική πεποίθηση ότι εμείς οι αριστεροί είμαστε καλύτεροι άνθρωποι γιατί νοιαζόμαστε για το άλλους, ότι εμείς είμαστε σωστοί ενώ όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι, ότι εμείς ξέρουμε τόσο καιρό ποια είναι η λύση και απλά εσείς είσαστε μαλάκες που δεν μας ακούτε. Ενώ από πουθενά δεν προκύπτει ότι η πυραμιδωτή οργανωτική δομή των αριστερών κομμάτων αποκλείει φαινόμενα διαφθοράς κι αυταρχισμού. Ούτε ότι η υπερσυγκέντρωση πλούτου και εξουσίας στο κράτος φέρνει οικονομική ανάκαμψη. Ούτε ότι η επικοινωνιακή πολιτική της ξύλινης συνθηματολογίας, των νοσταλγικών αναφορών και του τραύματος της ήττας μπορεί να μαγέψει τα πλήθη εν έτει 2012.
Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό και τον φασισμό, η αριστερά δεν κατάλαβε εγκαίρως ότι οφείλει να προσαρμοστεί στις συνθήκες μιας νέας εποχής προκειμένου να επιβιώσει. Ναι μεν ένα υγιές κομμάτι της αποκολλήθηκε από τον δογματισμό και την καμαρίλα, αλλά και πάλι απέτυχε να διαμορφώσει ένα σύγχρονο πολιτισμικό όραμα ικανό να αποτρέψει τη συντηρητική στροφή της κοινωνίας. Που όχι μόνο υποτάχθηκε στη δεξιά, αλλά έφτασε να βλέπει με καλό μάτι ακόμα και τον ναζισμό. Και δεν είναι καθόλου παρήγορο το ότι κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη…
Να το διαγράψουμε το χρέος, δε λέω – ιδίως αν καταφέρουμε να αποδείξουμε ότι είναι επαχθές κι αντισυνταγματικό. Να ακυρώσουμε τα μνημόνια και να κρατικοποιήσουμε τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Να εκδημοκρατίσουμε τα σώματα ασφαλείας και να αποκομματικοποιήσουμε τη δικαιοσύνη. Να φορολογήσουμε αυτούς που πρέπει να φορολογηθούν και να εξυγιάνουμε τα ασφαλιστικά ταμεία και τον δημόσιο τομέα. Να βάλουμε τους κλέφτες στο ίδιο κελί με τους τραμπούκους. Να στηρίξουμε τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους. Και με κάποιο μαγικό τρόπο να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας κι ευκαιρίες για ανάπτυξη. Παραμένοντας εντός καπιταλιστικών αγορών, Ευρωπαϊκής Ένωσης και παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Ή καταφέρνοντας να γίνουμε αυτάρκεις, τη στιγμή που παράγουμε μόνο γιαούρτια. Κι όλα αυτά άμεσα, και κατά προτίμηση χωρίς να ξεκινήσουμε εμφύλιο ή να επιτρέψουμε να μας ρίξουν με πραξικόπημα.
Με τι προσόντα ρε παιδιά; Την αδυναμία της ελληνικής αριστεράς να διατηρήσει ζωντανό το κίνημα των πλατειών; Ή μήπως την παροιμιώδη ανεπάρκεια της στη διοίκηση επιχειρήσεων; Γιατί όταν ένα κόμμα επιχορηγείται ένα σκασμό λεφτά από το κράτος και δεν μπορεί να βρει χρήματα για να πληρώσει το προσωπικό του ραδιοφωνικού του σταθμού, όσο να ‘ναι κλονίζεται η εμπιστοσύνη μου ότι μπορεί να κουμαντάρει μια ολόκληρη χώρα σε πλήρη αποσύνθεση.
Κι επιπλέον, με έχει κουράσει ο ατέρμονος ετεροπροσδιορισμός της αριστεράς, λες και το να είσαι ενάντια στον καπιταλισμό ή ενάντια στον φασισμό συνεπάγεται αυτομάτως ότι είσαι υπέρ της τάδε ή δείνα σοσιαλιστικής αίρεσης. Άσε που η όλη φάση μου θυμίζει την ομηρία που μας επέβαλλε ο δικομματισμός τόσα χρόνια: “ψήφισε ΠΑΣΟΚ για να φύγει η δεξιά”. Ναι, ευτυχώς που το ψηφίσαμε και τη διώξαμε…
Όσο κι αν γκρινιάζω βέβαια, πάλι στην αριστερά θα το ρίξω. Αλλά δεν θα το κάνω επειδή πιστεύω στην ηγεσία της. Θα το κάνω επειδή πιστεύω στον κόσμο που τόσα χρόνια τη στηρίζει. Σε ανθρώπους που δουλεύουν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, κι ωστόσο βρίσκουν το κουράγιο να διαδηλώσουν μέχρι να λιποθυμήσουν από τα χημικά. Σε ανθρώπους που μπορεί να είναι άνεργοι ή να μην έχουν να πληρώσουν το νοίκι, αλλά ωστόσο ξοδεύουν χρόνο προσφέροντας εθελοντική εργασία για να ταΐσουν άστεγους και να διδάξουν ελληνικά σε μετανάστες. Σε ανθρώπους που επιμένουν να διαβάζουν, να αμφισβητούν και να δημιουργούν μέσα στο χάος, χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται κατ’ ανάγκην ως κομμουνιστές, αριστεροί ή οτιδήποτε άλλο. Σε ανθρώπους που δεν συμβιβάζονται με την ιδέα να αφήσουν την Ελλάδα έρμαιο στα χέρια απατεώνων και φασιστών, και που αν χρειαστεί θα δώσουν και τη ζωή τους για να υπερασπιστούν το δικαίωμα όλων μας στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Αυτούς θα ψηφίσω, όχι τους καρεκλοκένταυρους των κεντρικών επιτροπών και τους δημαγωγούς των γενικών συνελεύσεων.
Μακάρι να υπήρχε κάτι άλλο. Αλλά το μόνο που έχει απομείνει είναι κάποιες περιθωριακές επιλογές, που είτε είναι εντελώς γραφικές, είτε εντελώς άσχετες, είτε και τα δύο. Συγγνώμη, αλλά δεν αρκεί να διαβάσω ένα σύντομο βιογραφικό και μια γενικόλογη διακήρυξη θέσεων για να πειστώ ότι η Ψ κίνηση πολιτών είναι όντως ανεξάρτητη, αδιάφθορη και ικανή να τα βάλει με το θηρίο. Η δε πεπατημένη της εξαγγελίας ανυποχώρητων δεσμεύσεων κι ελκυστικών παπαρολογιών μας έχει ήδη κάνει τη ζωή κόλαση. Διαφορετικά, ο Γιώργος Παπανδρέου θα ήταν ο καλύτερος πρωθυπουργός έβερ και δεν θα θέλαμε με τίποτα να τον αλλάξουμε.
Ενδεχομένως η φιλοσοφία πίσω από το νεοσύστατο κόμμα των Πειρατών να μπορεί κάποτε να εξελιχθεί σε έναν πολιτικό χώρο ελεύθερης και ισότιμης ανταλλαγής ιδεών, όπου το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας θα μετουσιωθεί σε πράξεις – απαλλαγμένες από ιδεολογικά θέσφατα και κέντρα εξουσίας. Είναι πολύ νωρίς όμως για να περιμένουμε ότι η συνδιαμόρφωση ενός υγιούς κινήματος με προοπτική διακυβέρνησης του τόπου θα προκύψει μέσα από οριζόντιες διαδικασίες πιτσιρικάδων εντός κι εκτός διαδικτύου. Πιστεύω άλλωστε ότι αυτό που χρειαζόμαστε τάχιστα είναι μια συνολική πολιτική πρόταση με αξιώσεις, κι όχι απλά ένα πείραμα που προς το παρόν αφορά μόνο στο ελεύθερο λογισμικό και τα πνευματικά δικαιώματα.
Έχοντας να αντιμετωπίσουμε την εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού και τη φρίκη του ναζισμού, θεωρώ ότι το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να ξαναπάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, να αφήσουμε πίσω μας τις κομματικές γραμμές και τις πελατειακές ψηφοθηρίες, και να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες όλων μας όσο καλύτερα μπορούμε. Για να χτίσουμε κάποτε μία νέα και πραγματικά δημοκρατική Ελλάδα. Που θα προσφέρει στους πολίτες της ψωμί, παιδεία κι ελευθερία.
Γιατί η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, αλλά δεν χρειάζεται κάθε φορά να την αφήνουμε να σκοτωθεί για να το αποδείξουμε.
Καλό βόλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου