Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Το συστημικό πρόβλημα της κρίσης

Του Σταυρου Λυγερου
Παρά τη ρευστότητα ενός τρισ. που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διοχέτευσε τον Δεκέμβριο και τον Φεβρουάριο σε ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επιτόκια δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας έχουν ξαναπάρει την ανιούσα. Η ρευστότητα αυτή λειτούργησε για ένα διάστημα σαν αντιπυρετικό και έριξε τα επιτόκια δανεισμού, αλλά ο πυρετός επανήλθε, επειδή η αιτία που τον προκαλεί δεν αντιμετωπίζεται.

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, άλλωστε, είναι πολύ πιο σαθρό απ’ όσο θέλει να δείχνει. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υποχρεωθούν να πουλήσουν στοιχεία του ενεργητικού τους ύψους 3,8 τρισ. και θα δυσκολευθούν να αγοράζουν ομόλογα. Ας σημειωθεί ότι το επιτόκιο των 10ετών ισπανικών ομολόγων ξεπέρασε το φράγμα του 6%, ενώ το επιτόκιο των αντίστοιχων ιταλικών κινήθηκε στο 5,7%. Οπως εκτίμησε η Moody’s, εάν η Μαδρίτη και η Ρώμη συνεχίσουν για αρκετό καιρό να δανείζονται με τόσο υψηλά επιτόκια κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν.
Το κλίμα ανασφάλειας έχει ωφελήσει τη Γερμανία. Το επιτόκιο των 10ετών ομολόγων της έπεσε σε λιγότερο από 1,6%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το δημοσιονομικό βάρος εξυπηρέτησης του γερμανικού χρέους συρρικνώνεται, προσφέροντας στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης ένα πρόσθετο πλεονέκτημα.
Είναι ξεκάθαρο ότι τα μέτρα που έχει λάβει το ευρωιερατείο δεν έχουν φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Προφανώς, οι χώρες με υψηλό έλλειμμα και χρέος πρέπει να επιδιώξουν τη δημοσιονομική εξυγίανση. Οι μονοδιάστατες πολιτικές λιτότητας, όμως, επιδεινώνουν την κατάσταση. Οι οικονομίες δεν είναι οικογενειακός προϋπολογισμός για να ισοσκελισθεί μόνο με λιτότητα. Ο εγκλωβισμός μιας οικονομίας στον φαύλο κύκλο της ύφεσης, εκτός από το τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία και την κοινωνία, εκτροχιάζει και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι αποκαλυπτική και επιβεβαιώνεται απ’ αυτά που συμβαίνουν όχι μόνο στην Πορτογαλία, αλλά και στην Ισπανία και στην Ιταλία.
Ο Ρεν εκτιμά ότι η Πορτογαλία ίσως χρειασθεί ένα δεύτερο δάνειο και ο Πορτογάλος πρωθυπουργός Κοέλιο δήλωσε ότι πιθανόν η χώρα του να μην καταφέρει να επιστρέψει στις αγορές το φθινόπωρο του 2013, όπως είναι ο στόχος. Από την πλευρά του, ο Μόντι μετέθεσε για το 2013 την επίτευξη του στόχου για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό στην Ιταλία.
Πιστή στον ιδιοτελή δογματισμό της, η κυβέρνηση Μέρκελ δηλώνει ότι ο κανόνας των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και οι αυστηρές κυρώσεις είναι από μόνες τους ικανές να επιλύσουν το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος ανάσχεσης της πίεσης των αγορών είναι να μπει στη μάχη η ΕΚΤ εκδίδοντας ευρωομόλογα ή τυπώνοντας χρήμα. Μία τέτοια παρέμβαση θα έδινε τον απαραίτητο χρόνο για να πραγματοποιηθούν οι δομικές αλλαγές που θα καθιστούσαν την Ευρωζώνη μακροπρόθεσμα βιώσιμη.
Τέτοιες αλλαγές, βεβαίως, δεν είναι μόνο η επιβολή δημοσιονομικών κανόνων. Είναι και η λήψη αναπτυξιακών μέτρων που μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματική σύγκλιση τις οικονομίες της Ευρωζώνης.
Το Βερολίνο βολεύεται να θεωρεί την κρίση αποτέλεσμα αποκλειστικά κακής δημοσιονομικής διαχείρισης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Κακή διαχείριση υπήρξε και λειτούργησε ως παράγοντας επιδείνωσης, αλλά η βασική αιτία της κρίσης είναι συστημική. Η Ευρωζώνη δεν ήταν ούτε μπόρεσε να γίνει από οικονομικής απόψεως ομοιογενής. Το ευρώ ήταν ένα κοστούμι για διαφορετικούς σωματότυπους.
Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι από το ευρώ ωφελήθηκαν οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες. Η Γερμανία δεν θα είχε τα ίδια πλεονάσματα χωρίς το κοινό νόμισμα. Πρώτον, επειδή η αναπόφευκτη ανατίμηση του μάρκου θα καθιστούσε τα προϊόντα της λιγότερο ανταγωνιστικά. Δεύτερον, επειδή σ’ ένα μεγάλο βαθμό τα γερμανικά πλεονάσματα είναι τα ελλείμματα των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Στις ημέρες της ευημερίας αυτά είχαν επικαλυφθεί. Η κρίση, όμως, τα έβγαλε στην επιφάνεια.
Πολλοί ελπίζουν ότι εάν ο Ολάντ εκλεγεί η Γερμανία θα υποχρεωθεί να επαναδιαπραγματευθεί το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας και ένας άλλος άνεμος θα πνεύσει στην Ευρώπη. Ο χρόνος μόνο θα δείξει εάν αυτές οι προσδοκίες θα επαληθευθούν. Εάν, πάντως, ο Ολάντ δεν συμβιβασθεί με μερεμέτια, ο γαλλογερμανικός άξονας θα δοκιμασθεί. Το Βερολίνο ή θα αλλάξει πολιτική ή θα επανεξετάσει τη θέση του στην Ευρωζώνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου