Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Tο χρονικό της ελληνικής οικονομικής τραγωδίας Από τον Γιάννη Βουτσαδάκη

Το 2010, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κ. Γεώργιος Παπανδρέου παραδέχτηκε ένα γεγονός που για αρκετούς οικονομολόγους και επενδυτές ανά τον κόσμο ήταν αναμενόμενο εδώ και  χρόνια. Το χρέος θα πνίξει την Ελλάδα. Από τότε η Ελληνική οικονομία βρίσκεται παγιδευμένη σε μια σοβαρή και επικίνδυνη κρίση η οποία προφανώς όπως και όλες οι μεγάλες κρίσης, οφείλεται και σε αντίστοιχες σοβαρές αιτίες.
Συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για το ποιο θα είναι το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη, η για το ποιο νόμισμα θα χρησιμοποιεί στο μέλλον, όπως επίσης και για το αν η μια κυβέρνηση παρέλαβε καμένη γη, η κάποια άλλη δεν διαχειρίστηκε σωστά την κατάσταση, έχουνε πλέον λίγη σημασία εάν δεν διορθωθούν οι λανθασμένες πολιτικές που ξεκίνησαν πριν από δεκαετίες και οδήγησαν την Ελληνική οικονομία στην σημερινή πανωλεθρία.

Ελληνική Οικονομία: Ένας Επικίνδυνος Επενδυτικός Προορισμός
Η Ελλάδα, ο άλλοτε πρωταθλητής της Ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κατά παράδοση μια χώρα οφειλέτης και εξαρτώμενη από την καλή θέληση των επενδυτών βρέθηκε το 2010 στην θέση να μην μπορεί να δανειστεί για να καλύψει της ανάγκες της.
Η άρνηση αυτή των αγορών να την δανείσουν, αντανακλούσε και την πραγματική αντίληψη των επενδυτών για την χώρα. Η Ελληνική οικονομία ήταν γνωστό ότι αντιμετώπιζε σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, τα οποία οι κυβερνήσεις της είχαν επιλέξει να αγνοούν, και αυτά να συσσωρεύονται σε μορφή χρέους. Το κατά πόσο θα μπορούσε τελικά να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος όπως η ευρωζώνη, ήταν κάτι που αμφισβητούταν έντονα.
Πρόσφερε όμως καλύτερο επιτόκιο. Και στην περίπτωση που πήγαινε κάτι στραβά και τελικά συνεβαινε το μοιραίο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε ποτέ να αφήσει τραπεζικούς κολοσσούς όπως, η Deutsche Bank, η Societe Generale κτλ. να πάρουν χτύπημα δισεκατομμυρίων ευρώ. Τηρουμένων λοιπόν αυτών των ισορροπιών η Ελλάδα για τους διεθνής επενδυτές αποτελούσε για χρόνια, ένα σίγουρο και επικερδές στοίχημα.
Η σφοδρή παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που ξεκίνησε με την κατάρρευση της Lehman Brothers στις ΗΠΑ, έδωσε τελικά την αφορμή. Εκτίναξε το έλλειμμα της χώρας, που έφτασε στο 15.5% του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος το 2009, και ανέτρεψε της ισορροπίες. Έτσι η Ελλάδα από την μια μέρα στην άλλη μετατράπηκε σε ένα επικίνδυνο προορισμό για της αποταμιεύσεις των διεθνών επενδυτών. Όμως οι αιτίες που δημιούργησαν την νέα Ελληνική πραγματικότητα έχουν ρίζες που απλώνονται πολύ πριν αποκαλυφθεί ότι η χώρα δεν μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αρμονικά εντός της ευρωζώνης.

Το Χρονικό του Χρέους
Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ το δημόσιο χρέος της Ελλάδας που βρισκόταν το 1980 στο 22.6% του ΑΕΠ έφτασε το 1990 στο 71% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της δραματικής αύξησης των ελλειμμάτων κατά την διάρκεια της δεκαετία του 1980. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 οι δημόσιες δαπάνες με τα έσοδα εμφανίζονται σχεδόν ισοσκελισμένες, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980 οι δαπάνες του κράτους υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο υπερβαίνουν τα έσοδα του σε ποσοστό 8.14% του ΑΕΠ.  Κάθε ετήσιο έλλειμμα έπρεπε να καλυφθεί με δανεισμό που πρόσθετε στο χρέος και αύξανε τις υποχρεώσεις της χώρας.  Η πολιτική των μεγάλων ελλειμμάτων ακολουθήθηκε και στην δεκαετία του 1990, με τον ετήσιο μέσο όρο τους να ανέρχεται στο 8.46% του ΑΕΠ, μιας και η χώρα αναγκαζόταν να δανείζεται επιπλέον των εσωτερικών της αναγκών, για να μπορεί να πληρώνει και τους τόκους του χρέους που είχε ήδη συσσωρευτεί. Το 2000 το χρέος της Ελλάδας είχε αυξηθεί στο 103.4% του ΑΕΠ.
Από τότε και μέχρι το 2008, χρονιά που ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, τα δημοσιονομικά ελλείμματα της Ελλάδας κατά μέσο όρο κάθε χρόνο υπολογίζονται στο 6% του ΑΕΠ, ποσοστό διπλάσιο από το επιτρεπόμενο όριο του 3% προς το ΑΕΠ που ισχύει για της χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αποτέλεσμα ήταν η ακόμα μεγαλύτερη αύξηση του δημοσίου χρέους που το 2008 έφτασε το 110% του ΑΕΠ.  
Στην ερώτηση πόσο ακόμη χρέος μπορούσε να σηκώσει η Ελλάδα χωρίς να αμφισβητείτε η ικανότητα της να το εξυπηρετήσει, την απάντηση την έδωσαν οι αγορές, όταν το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Οι επενδυτές ζήτησαν μεγαλύτερο επιτόκιο για να καλύψουν τον αυξημένο κίνδυνο, καθιστώντας πλέον το κόστος δανεισμού δυσβάσταχτο.

Το Ελληνικό Μοντέλο Ανάπτυξης
Είναι φανερό ότι από το 1980 και μετά άρχισε να «πέφτει» χρήμα, οπού το κράτος δανειζόταν κατά κύριο λόγω για να αυξήσει τον ρόλο του στην οικονομία προσλαμβάνοντας δημόσιους υπαλλήλους και με ότι περίσσευε για να πραγματοποίηση παραγωγικές επενδύσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι συνολικές επενδύσεις το 1980 έφταναν στο 25% του ΑΕΠ ποσοστό που δεν ξεπεράστηκε ποτέ μέχρι και σήμερα.
Αποτέλεσμα αυτού του μοντέλου που ακολουθήθηκε πιστά από όλες της Ελληνικές κυβερνήσεις ήταν η σημαντική αύξηση της κατανάλωσης, καθώς τα χρήματα που δανειζόντουσαν οι κυβερνήσεις, διοχετευόντουσαν στην αγορά, μέσω μισθών, συντάξεων και πληρωμών σε προμηθευτές του δημοσίου. Όμως, όπως φαίνεται και από την πορεία των ελλειμμάτων, τα φορολογικά έσοδα από την παραγόμενη αυτή οικονομική δραστηριότητα και από τα εισοδήματα που δημιουργούσε δεν έφταναν ποτέ για να καλύψουν τις κρατικές δαπάνες με αποτέλεσμα την συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους.    (Ναι αλλά δεν είναι μόνο το δημόσιο έλλειμμα, είναι και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που ήταν πάντα θετικό.)
Μια έντονη αισιοδοξία ότι η Ελλάδα τελικά θα μπορούσε να αποκτήσει δημοσιονομική σταθερότητα και να αποφύγει τα αναμενόμενα, υπήρξε διάχυτη με την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη και την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος το 2002. Η ευρωπαϊκή ένωση είχε κανόνες και δημοσιονομικούς περιορισμούς που απαγόρευαν Λατινοαμερικάνικα μοντέλα «ξέφρενου δανεισμού». Η Ελλάδα θα έπρεπε να απόκτηση μια μοντέρνα οικονομία, σαν και αυτές που δημιουργούν ανάπτυξη που βασίζεται στην επιχειρηματικότητα, την δημιουργία και την παραγωγή.
Η αρχική αισιοδοξία περί σταθερότητας σταδιακά έσβησε, καθώς γινόταν αντιληπτό ότι η Ελλάδα στο δημοσιονομικό ζήτημα αποτύγχανε παταγωδώς.
Η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια και τα διαθέσιμα καταναλωτικά δάνεια της εποχής, είχε σαν αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη κατανάλωση και την αύξηση των εισαγωγών. Παράλληλα μειώθηκε αισθητά και η επιθυμία των Ελλήνων πολιτών για αποταμίευση.
Έτσι έφευγαν τα λεφτά στο εξωτερικό γιατί εμείς δεν παράγουμε τίποτα
Όμως το δημόσιο χρέος συνέχιζε να αυξάνεται και αυτήν τη φορά, η χώρα στρεφόταν για δανεικά επί το πλείστον στους ξένους καθώς οι αποταμιεύσεις των Ελλήνων επενδυτών δεν ήταν αρκετές. Επιπλέον η μεγάλη αύξηση των εισαγωγών την στιγμή που η έλλειψη ανταγωνιστικότητας κρατούσε σε χαμηλό επίπεδο την Ελληνική παραγωγή και της εξαγωγές αύξησε ραγδαία και το έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου.

Στην ουσία δηλαδή, η χώρα δανειζόταν για να τροφοδοτήσει την κατανάλωση, κατανάλωνε περισσότερα από όσα παρήγαγε και αυτή την διαφορά που εμφανίζεται με την μορφή εισαγωγών έπρεπε να την αγοράσει από τους ξένους με λεφτά που δανειζόταν από αυτούς. Είναι φανερό ότι Η Ελληνική οικονομία στην κυριολεξία «έκαιγε» λεφτά.

Μια Ιστορία Βγαλμένη από την Δεκαετία του 1930
Αργά η γρήγορα το παιχνίδι τον Ελληνικών κυβερνήσεων, που δήλωναν πάντα αισιοδοξία για την έκβαση της οικονομίας αλλά σε λίγο επιστέφανε με μένος στην δημοσιονομική σπατάλη, θα έπαιρνε ένα τέλος, Το οποίο ήρθε το 2010 όταν η κυβέρνηση της χώρας  παραδέχτηκε ότι «λόγω εκτάκτων συνθηκών παγκόσμιας κρίσης» αδυνατεί πλέον να διαχειριστή τα συσσωρεμένα προβλήματα της οικονομίας της.
 Έκτοτε έγινε και αντιληπτό ότι αυτή η αίσθηση της κοινής Ευρωπαϊκής οικονομικής μοίρας που έκανε τους Έλληνες πολίτες να νιώθουν κοντά με εκείνους της ανεπτυγμένης Ευρώπης δεν ήταν τελικά κάτι οριστικό και δεδομένο.
Η παραμονή της χώρας στο ευρώ είχε ένα κόστος, να αντιμετωπίσει το παρελθόν της και να μετατρέψει την διεφθαρμένη οικονομία των ημετέρων της σε μια σύγχρονη οικονομία-μηχανή που θα παράγει αξία.
Το αποτέλεσμα τελικά είναι ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στην μέση μιας πραγματικής θεομηνίας, που κανένας από την πολιτική της ηγεσία δεν έκανε ποτέ τίποτα ουσιαστικό για να την προλάβει.  
Είτε από έλλειψη αντίληψης της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας, είτε από έλλειψη οράματος, είτε γιατί δεν υπήρξε αρκετό κουράγιο για να αλλάξουν τα πράγματα, είτε απλά γιατί υπήρχε συμφέρον να μην αλλάξουν και να μείνουν ως έχουν, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η Ελληνική οικονομία αφεθηκε να συρθεί σε μια επικίνδυνη και παρατεταμένη κρίση.
Τα πρωτοφανή στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύονται σχετικά με το ποσοστό της ύφεσης, την αύξηση της ανεργία, τον αριθμό των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που πτωχεύουν, δίνουν μια καλή αίσθηση του μεγέθους της κρίσης που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Έλληνες πολίτες.
Εν τούτης τα διαγράμματα και τα πινακάκια αποτελούν πάντα ένα φτωχό υποκατάστατο της εμπειρίας και βοηθούν λίγο στο να αντιληφθεί κανείς την θέση των ανθρώπων που έχασαν τα εισοδήματα τους και μαζί και την αξιοπρέπεια τους.
Έλληνες πολίτες σήμερα μένουν άστεγοι, οικογένειες αναγκάζονται να ξεπουλάνε τα υπάρχοντας τους για να ψωνίσουν τρόφιμα και οι εκκλησιές έχουν αντικαταστήσει τον ρόλο του κράτους προσφέροντας βασικά αγαθά επιβίωσης για όσους τα έχουν ανάγκη. Χιλιάδες επιχειρήσεις - ζόμπι παραμένουν ανοικτές χωρίς να πληρώνονται, να πληρώνουν και να μπορούν να κλείσουν. Ενώ καθημερινά μεγαλώνει το ποσοστό των πολιτών που αδυνατεί να πληρώσει φόρους, εισφορές κτλ. και βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα κράτος που τους ονομάζει μπαταχτσήδες και ετοιμάζεται να τους κατάσχεση τα σπίτια τους. Η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη εάν υπολογίσει κανείς και το πόσοι Έλληνες βάζουν τέλος στην ζωή τους.
Η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει να σαν μια ιστορία από την δεκαετία του 1930. Βιώνει μια κρίση που πριν λίγα χρόνια δεν θα φανταζόταν κανείς και μετά από λίγα χρόνια θα περιγράφεται ως άλλη μια αδικαιολόγητη τραγωδία στην παγκόσμια οικονομική ιστορία!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου