Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Economist: Η ευτυχία τού να είσαι Βίκινγκ

Πριν από 30 χρόνια ήταν η Μάργκαρετ Θάτσερ που είχε μετατρέψει τη Μ. Βρετανία σε παγκόσμιο οικονομικό κέντρο με κεντρικό σύνθημα «Σκεφτείτε το αδιανόητο». Σήμερα, τη σκυτάλη έχουν πάρει οι σκανδιναβικές χώρες. Έχοντας καταφέρει να επανεφεύρουν ένα νέο πολιτικό μοντέλο, μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο για πολλές χειμαζόμενες οικονομίες, τόσο δεξιάς όσο και αριστερής κατεύθυνσης.
Οι μικρές χώρες αποτελούν συχνά πρότυπο κυβερνητικών μετασχηματισμών. Κάποτε ήταν η Σιγκαπούρη. Πλέον οι Βόρειες Χώρες είναι πιο πιθανό να παίξουν αυτόν το ρόλο. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή οι τέσσερις χώρες της Σκανδιναβικής χερσονήσου – Σουηδία, Δανία, Νορβηγία και Φινλανδία- τα πάνε μάλλον αρκετά καλά. Τόσο καλά που αν μας δινόταν η ευκαιρία να ξαναγεννηθούμε κάπου αλλού στον κόσμο, το πιθανότερο είναι ότι θα θέλαμε να ξαναγεννηθούμε ως «Βίκινγκς».

Εδώ και πολλά από τα τελευταία χρόνια οι Βόρειοι βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις κάθε λίστας που έχει να κάνει με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αλλά και με την ευημερία των πολιτών. Έχοντας καταφέρει να αποφύγουν τόσο την οικονομική σκλήρωση των Νοτιοευρωπαίων όσο και τις μεγάλες ανισότητες των Αμερικανών, έχουν μετατρέψει τα κράτη τους από συνώνυμο των καν - το - μόνος -σου (Do It Yourself) επίπλων, της Πίπης Φακιδομύτης και των ABBA σε πολιτιστικά καταφύγια και κοινωνικούς και οικονομικούς παραδείσους.

Σε ένα βαθμό, ήταν θέμα χρονικής συγκυρίας: τη δεκαετία του '90 οι Βόρειοι κατάφεραν έξυπνα να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κρίση χρέους τους. Ο δεύτερος λόγος όμως που φέρνει το σκανδιναβικό μοντέλο στο επίκεντρο, είναι πιο ενδιαφέρων. Οι πολιτικοί του κόσμου – ειδικά εκείνοι της καταχρεωμένης Δύσης- προσφέρουν ένα παράδειγμα για το πώς δεν πρέπει να γίνονται οι μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, αναδεικνύοντας το νέο μοντέλο των πάλαι ποτέ πρωταθλητών του «Τρίτου Δρόμου» ανάπτυξης, σε πολύ πιο αξιοζήλευτο.

Η Σουηδία μείωσε τις κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ από 63% το 1993 στο 49% σήμερα. Σύντομα το κράτος της θα είναι μικρότερο από αυτό της Βρετανίας. Έχει επίσης περικόψει τον οριακό φορολογικό συντελεστή κατά 27 ποσοστιαίες μονάδες από το 1983, σε 57%,μειώνοντας παράλληλα τους φόρους στα ακίνητα, τις εισφορές, την υγεία και την κληρονομιά. Παράλληλα, φέτος μείωσε τον εταιρικό φορολογικό συντελεστή από το 26,3% στο 22%.

Επίσης, η Σουηδία μείωσε το δημόσιο χρέος της από 70% του ΑΕΠ το 1993 στο 37% το 2010 ενώ την ίδια περίοδο μετέτρεψε το κατά 11% έλλειμμα του προϋπολογισμού σε πλεόνασμα 0,3%. Το γεγονός αυτό επέτρεψε σε μια χώρα με μια μικρή, ανοικτή οικονομία να ανακάμψει πολύ γρήγορα από την οικονομική καταιγίδα των ετών 2007-2008. Παράλληλα η Σουηδία τοποθέτησε το συνταξιοδοτικό της πρόγραμμα σε μια πιο στέρεα βάση, αντικαθιστώντας τις προκαθορισμένες παροχές με ένα σύστημα προκαθορισμένων εισφορών προσαρμόζοντάς το αυτόματα στην επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής.

Τόλμησε επίσης να εισαγάγει ένα καθολικό σύστημα «κουπονιών παιδείας» («voucher schools»): Το κράτος παρέχει στο μαθητή ένα κουπόνι ισοδύναμης αξίας με τις κατά κεφαλήν κρατικές δαπάνες στη δημόσια εκπαίδευση και ο μαθητής μπορεί να το χρησιμοποιήσει είτε για το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς του είτε για ένα άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο άλλης περιοχής.

Επιπλέον ιδιωτικές εταιρείες συναγωνίζονται μεταξύ τους για να παρέχουν χρηματοδοτούμενες από το κράτος υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης για τους ηλικιωμένους. Ο Άντρες Άσλουντ, Σουηδός οικονομολόγος που ζει στην Αμερική ελπίζει ότι η Σουηδία θα εισαγάγει ένα «νέο συντηρητικό μοντέλο». Ο Μπράιαν Πάλμερ, από την άλλη, Αμερικανός ανθρωπολόγος που ζει στη Σουηδία, ανησυχεί μήπως αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Σουηδοαμερικής».

Από την παρακμή στην άνθηση
Τα πράγματα ωστόσο δεν ήταν πάντα ρόδινα για τις Σκανδιναβικές χώρες: οι δύο δεκαετίες μετά το 1970 ήταν δεκαετίες παρακμής: το 1993 η Σουηδία, 4η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο το 1970, έπεσε στην 14η θέση ενώ ο μέσος Σουηδός έγινε φτωχότερος από τον μέσο Βρετανό ή τον μέσο Ιταλό. Η ανάκαμψη ήρθε μετά το 1990: μεταξύ 1993 και 2010 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,7% ετησίως και η παραγωγικότητα κατά 2,1% ετησίως, σε σύγκριση με το 1,9% και 1% αντίστοιχα που κατέγραψαν οι 15 κυριότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, η Σουηδία περηφανευόταν ότι προσέφερε αυτό που ο Marquis Childs ονόμασε το 1936 στο ομότιτλο βιβλίο του, μια «Μέση Οδό» ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Εταιρείες – κολοσσοί όπως η Volvo και η Ericsson παρήγαγαν πλούτο, ενώ φωτισμένοι γραφειοκράτες δημιούργησαν το Folkhemmet ή «Σπίτι του Λαού». Με το πέρασμα των δεκαετιών η μέση οδός άρχισε να κλίνει προς τα αριστερά. Η κυβέρνηση συνέχισε να αυξάνεται: το ποσοστό του ΑΕΠ για τις δημόσιες δαπάνες σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ 1960 - 1980 και κορυφώθηκε στο 67% το 1993. Οι φόροι συνέχισαν να αυξάνονται. Οι Σοσιαλδημοκράτες (που κυβέρνησαν τη Σουηδία για 44 συνεχή χρόνια από το 1932 ως το 1976 και για 21 από τα 24 χρόνια μεταξύ 1982 - 2006), συνέχισαν να συμπιέζουν τις επιχειρήσεις. «Η εποχή του νεο-καπιταλισμού πλησιάζει στο τέλος της», δήλωνε ο Ούλοφ Πάλμε, ηγέτης του κόμματος, το 1974.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Σκανδιναβοί απαρνούνται το παλιό μοντέλο τους.

Κάθε άλλο.

Συνεχίζουν να υπερηφανεύονται για τη γενναιοδωρία του κράτους πρόνοιας που διαθέτουν. Περίπου το 30% του εργατικού δυναμικού τους δουλεύει στο δημόσιο τομέα, το διπλάσιο του μέσου όρου του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας, ενώ εξακολουθούν να πιστεύουν στον συνδυασμό της ελεύθερης οικονομίας με τις δημόσιες επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Βάση του νέου σκανδιναβικού μοντέλου είναι το άτομο και όχι το κράτος.

Και οι τέσσερις σκανδιναβικές χώρες αξιολογούνται με «ΑΑΑ» με τα επίπεδα χρέους τους να είναι σημαντικά πιο κάτω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αντί να επεκτείνει το κράτος στην αγορά, οι Σκανδιναβικές χώρες επεκτείνουν την αγορά στο κράτος.

Για ποιο λόγο; Η προφανής απάντηση είναι επειδή το μέγεθος του κράτους έχει αγγίξει τα όριά του. «Το κράτος πρόνοιας είναι άψογο στις περισσότερες περιπτώσεις», λέει ο Δανός ιστορικός Γκούναρ Βίμπι Μόγκενσεν. «Το μοναδικό μας πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να το χρηματοδοτούμε». Οι οικονομικές καταιγίδες που συντάραξαν στις Σκανδιναβικές χώρες στις αρχές της δεκαετίας το 1990 αποτέλεσαν μια πρόγευση του τι μπορούσε να συμβεί αν οι οικονομίες δεν κατάφερναν να σηκώσουν γρήγορα κεφάλι.

Υπάρχουν όμως δύο λιγότερο προφανείς λόγοι. Το παλιό σκανδιναβικό μοντέλο εξαρτιόταν από την ικανότητα ενός στόλου μεγάλων επιχειρήσεων να παράξουν αρκετά χρήματα ώστε να στηρίξουν το κράτος. Ωστόσο αυτές οι εταιρείες εκτοπίστηκαν από τον διεθνή ανταγωνισμό. Επίσης, το παλιό μοντέλο εξαρτιόταν από την προθυμία των κατοίκων να δεχτούν τις άνωθεν κατευθύνσεις, όμως ο σκανδιναβικός πληθυσμός γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητικός.

Μικρές αλλά δυνατές
Οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν συνολικό πληθυσμό μόλις 26 εκατομμυρίων κατοίκων. Από αυτές μόνο η Φινλανδία είναι μέλος και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Η Σουηδία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά έξω από το ευρώ, με ένα ελεύθερα κυμαινόμενο νόμισμα. Το ίδιο και η Δανία, το δικό της νόμισμα ωστόσο είναι σε σύνδεση με το ευρώ, ενώ η Νορβηγία έχει παραμείνει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο αυτές οι χώρες στην άκρη της Ευρώπης έχουν πολλούς λόγους για να αποτελέσουν αντικείμενο παρατήρησης. Ο πρώτος είναι ότι έφτασαν πρώτες στο μέλλον. Έχουν βρεθεί ήδη αντιμέτωπες με προβλήματα με τα οποία άλλες χώρες θα πρέπει να ασχοληθούν εν ευθέτω χρόνω, όπως το τι πρέπει να κάνουν όταν το μέγεθος του κράτους φτάσει στα όριά του και πώς θα οργανώσουν την κοινωνία, όταν το σύνολο σχεδόν των γυναικών εργάζεται. Και οι Σκανδιναβοί σκέφτονται εξαιρετικά καινοτόμες λύσεις που οι «ορθόδοξα» σκεπτόμενες αριστερές και δεξιές φωνές απορρίπτουν.

Ο δεύτερος λόγος για να ασχοληθεί κανείς είναι ότι το νέο Σκανδιναβικό μοντέλο αποδεικνύεται εντυπωσιακά επιτυχημένο. Οι Σκανδιναβοί κυριαρχούν στους δείκτες της ανταγωνιστικότητας και της ευημερίας.

Όσον αφορά στις δημόσιες υπηρεσίες τους, οι Σκανδιναβοί αποδεικνύονται αντίστοιχα πραγματιστές. Από τη στιγμή που αυτές λειτουργούν, λίγο τους απασχολεί ποιος τις παρέχει. Ο Μίλτον Φρίντμαν θα ένιωθε περισσότερο σαν στο σπίτι του στην Στοκχόλμη παρά στην Ουάσινγκτον. Όλοι οι Δυτικοί πολιτικοί διατείνονται ότι προωθούν την διαφάνεια και την τεχνολογία.

Οι Σκανδιναβοί ωστόσο το κάνουν με μεγαλύτερη δικαιοσύνη από τον καθένα. Οι επιδόσεις των σχολείων και των νοσοκομείων αξιολογούνται. Οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να λειτουργούν με κάθε διαφάνεια. Η Σουηδία δίνει στον καθένα δυνατότητα πρόσβασης σε επίσημα αρχεία. Ο πολιτικός που θα επιλέξει την κρατική λιμουζίνα από το ποδήλατό του επικρίνεται με δριμύτητα.

Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση δεν είναι εξαγγελία αλλά πράξη:
οι πολίτες μπορούν να πληρώσουν τους φόρους τους με ένα απλό μήνυμα στο κινητό. Και στους δύο τομείς τα πάνε εξαιρετικά καλά, το ίδιο και στην ενασχόλησή τους με τις ψηφιακές υπηρεσίες. Οι Σκανδιναβοί είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι στο να δοκιμάζουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Τη δεκαετία του 1980 άλλωστε ήταν οι πρώτοι που έβαλαν στη ζωή τους την κινητή τηλεφωνία , ενώ ήταν πρωτοπόροι σε υπηρεσίες e-διακυβέρνησης και συναλλαγές μέσω ψηφιακού χρήματος. Ακόμη και οι οδηγοί ταξί ή οι υπάλληλοι στην καφετέρια πληρώνονται με κάρτα.

Οι Σκανδιναβικές χώρες δείχνουν επίσης εντυπωσιακή δεινότητα ως προς την αξιοποίηση των ταλέντων του συνολικού πληθυσμού τους, μ
ε την πιθανή εξαίρεση των μεταναστών τους. Έχουν υψηλότερα ποσοστά στον κόσμο της κοινωνικής κινητικότητας: συγκρίνοντας την κοινωνική κινητικότητα των οχτώ πιο προηγμένων χωρών, τρεις ερευνητές από το London School of Economics, οι Τζο Μπλάντεν, Πολ Γκρεγκ και Στίβεν Μακίν, κατέταξαν τις τέσσερις σκανδιναβικές χώρες στις τέσσερις πρώτες θέσεις με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία να έρχονται τελευταίες. Οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν επίσης εξαιρετικά υψηλά ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό: στη Δανία το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται (72%) είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο των ανδρών (79%).

Τα μειονεκτήματα
Φυσικά, το σκανδιναβικό μοντέλο δεν είναι τέλειο. Οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι ακόμη αρκετά υψηλές και η υψηλή φορολογία εξακολουθεί να ενθαρρύνει τους επιχειρηματίες να μετακινούνται στο εξωτερικό: το Λονδίνο είναι γεμάτο από ιδιοφυείς νεαρούς Σουηδούς. Πάρα πολλοί άνθρωποι -κυρίως μετανάστες- εκμεταλλεύονται τα οφέλη χωρίς να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό. Οι πιέσεις που έχουν αναγκάσει τις κυβερνήσεις να μειώσουν τις δαπάνες, θα φέρουν αναγκαστικά περισσότερες αλλαγές. Η αυξανόμενη πολυμορφία στις σκανδιναβικές κοινωνίες δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις. Πιο έντονες στη Νορβηγία, όπου το 2011 ο Άντερς Μπρέιβικ σκότωσε 77ανθρώπους σε μια επίθεση με ρατσιστικά κίνητρα, αλλά και σε ένα πιο κοσμικό επίπεδο κάθε μέρα. Η Σουηδία είναι η χώρα που δυσκολεύεται περισσότερο να ενσωματώσει τον μεγάλο αριθμό προσφύγων στον πληθυσμό της.

Φτάνοντας στο σκανδιναβικό μοντέλο
Αν και το σκανδιναβικό μοντέλο εξακολουθεί να είναι ένα έργο σε εξέλιξη, όλο και περισσότερες χώρες είναι απαραίτητο να στραφούν προς αυτό. Οι τρεις δυνάμεις που ανάγκασαν τις σκανδιναβικές χώρες να αναδιοργανωθούν -περιορισμένοι πόροι, ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση και την αυξανόμενη ποικιλομορφία- επιταχύνονται. Οι σκανδιναβικές χώρες θα πρέπει να συνεχίσουν να αναβαθμίζουν το μοντέλο τους, αλλά θα πρέπει επίσης να αγωνίζονται ώστε να διατηρήσουν όλα όσα τις κάνουν ξεχωριστές. Οι Λαντ Πρίτσετ και Μάικλ Γούλκοκ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, επινόησαν τον όρο «Φτάνοντας στην Δανία» («Getting to Denmark») για να περιγράψουν τον επιτυχή εκσυγχρονισμό.

Το βασικό μάθημα που μπορούν να μας διδάξουν οι Σκανδιναβοί δεν είναι ιδεολογικό αλλά πρακτικό. Οι Βόρειες Χώρες είναι δημοφιλείς όχι επειδή είναι εύπορες αλλά επειδή το σύστημά τους λειτουργεί. Ο Σουηδός πληρώνει τους φόρους του με πολύ μεγαλύτερη προθυμία από τον Καλιφορνέζο καθώς βλέπει ότι αυτοί μεταφράζονται σε αξιοπρεπήσχολεία και δωρεάν σύστημα υγείας.

Οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν προωθήσει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις και οι συνέπειες είναι εμφανείς. Οι ενέσεις στους μηχανισμούς της αγοράς μπορούν να αποτρέψουν τα μελλοντικά προβλήματα. Η επιτυχία τους βασίζεται στο γεγονός ότι βασίζονται στη μακρά παράδοση της χρηστής διακυβέρνησης, η οποία δίνει έμφαση όχι μόνο στην ειλικρίνεια και τη διαφάνεια αλλά επίσης και στη συναίνεση και τον συμβιβασμό. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να είναι κανείς πρόθυμος να ξεριζώσει τη διαφθορά και τα κατεστημένα συμφέροντα. Και πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει φθαρμένες απόψεις τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά αλλά και να συλλέξει τις καλύτερες ιδέες στο πολιτικό στερέωμα. Τα επόμενα χρόνια ο κόσμος θα σπουδάζει το σκανδιναβικό μοντέλο. Ωστόσο φαίνεται πως το δύσκολο δεν είναι να «φτάσει» κανείς «στη Δανία», αλλά να παραμείνει εκεί.



Επιμέλεια: Εύα Σεϊντή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου