Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

ΤτΕ: "Δεν υπάρχουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις"

«Πολλές φορές στο παρελθόν μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες έχουν προσκρούσει στην ψευδαίσθηση ότι το σύστημα που παρήγε ευημερία με ελλείμματα και χρέη θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ άπειρον. Σήμερα δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις. Οι όντως σημαντικές και επώδυνες απώλειες που υφίστανται οι πολίτες δεν είναι δυνατόν να ανακτηθούν με επιστροφή στο παρελθόν. Στις σημερινές συνθήκες, αυτό θα συνεπαγόταν πλήρη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και καταβαράθρωση των εισοδημάτων». http://www.euro2day.gr/news/economy/124/articles/686355/Article.aspx#
Αυτό αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ετήσια έκθεσή της. Συμπληρώνει πως "το νέο πλαίσιο για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια, το οποίο δημιούργησε η συμφωνία της 21ης Φεβρουαρίου, θα αρκούσε για να μεταστραφούν το κλίμα και οι προσδοκίες, επισπεύδοντας την ανάκαμψη της οικονομίας. Εξακολουθεί όμως να κυριαρχεί δυσπιστία όσον αφορά την ικανότητα και τη βούληση των κυβερνήσεων και της κοινωνίας να προχωρήσουν αποφασιστικά στις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται".

Στην έκθεση της ΤτΕ σημειώνεται επίσης πως «η πολιτική που ασκήθηκε δεν έπεισε ως σύνολο ότι τελικά θα επιτύχει, αφενός επειδή δεν εξηγήθηκε καθαρά ποια μέτρα ήταν προσωρινά και ποια διαρθρωτικά καθώς και ποια μακροχρόνια οφέλη αναμένονται από τα διαρθρωτικά μέτρα και αφετέρου επειδή έλειπε η βούληση για αποφασιστικά μεταρρυθμιστικά βήματα. Δεν συνειδητοποιήθηκε επαρκώς η αδήριτη αναγκαιότητα νέων επιλογών που έπρεπε να γίνουν ακόμη και αν δεν υπήρχε το Μνημόνιο. Έτσι οι αλλαγές αντιμετωπίστηκαν ως επιταγές των δανειστών και όχι ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που δεν είναι δυνατόν να αναβληθούν χωρίς καταστροφικές επιπτώσεις. Η στάση αυτή υπονόμευσε την αποτελεσματικότητα πολιτικών που είχαν τεθεί σε εφαρμογή και συντήρησε την αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα της οικονομίας να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους που έπρεπε ούτως ή άλλως να επιδιώξει".

Οι προβλέψεις για τα οικονομικά μεγέθη

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η ύφεση προβλέπεται να συνεχιστεί το 2012 και, σύμφωνα με προσωρινές προβλέψεις, η μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ θα είναι της τάξεως του 4,5%, η συνολική απασχόληση θα μειωθεί κατά 3% περίπου και το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας θα υπερβεί το 19%.

Στη διάρκεια του 2013, όμως, εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να αρχίσει η οικονομική ανάκαμψη (αν και ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι ελαφρά αρνητικός, της τάξεως του -0,5%), ενώ τόσο η μείωση της απασχόλησης όσο και η αύξηση του ποσοστού ανεργίας είναι πιθανόν να ανακοπούν.

Παράλληλα, η πτωτική τάση του πληθωρισμού συνεχίζεται το 2012 και ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1% ή και χαμηλότερα, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού μάλλον θα είναι ελαφρά αρνητικός (μέσο ετήσιο επίπεδο περί το -0,1%). Το 2013, σύμφωνα με ορισμένες υποθέσεις, ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω, στο 0,5% περίπου, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού θα παραμείνει αρνητικός (γύρω στο -0,2%).


Μεγάλη η μείωση των μισθών
Μεγάλες απώλειες αντιμετώπισαν και θα αντιμετωπίσουν οι μισθωτοί. Οι μέσες ονομαστικές προ φορολογίας αποδοχές των μισθωτών στο σύνολο της οικονομίας εκτιμάται ότι μειώθηκαν κατά 3% το 2011 και οι πραγματικές αποδοχές κατά 6,1%.

Πολύ μεγαλύτερη μείωση των μεγεθών αυτών αναμένεται εφέτος και το 2013. Το 2012 εκτιμάται ότι οι μέσες ονομαστικές προ φορολογίας αποδοχές των μισθωτών στο σύνολο της οικονομίας θα μειωθούν κατά 8,4% έως 9,2% σε ονομαστικούς όρους και κατά 9,3%-10,1% σε πραγματικούς όρους, ενώ υπολογίζεται ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα μειωθεί σημαντικά (για τρίτο κατά σειρά έτος) κατά 5,8%-6,7% στο σύνολο της οικονομίας και κατά 7,7%-8,9% στον επιχειρηματικό τομέα.
Τέλος, το 2013 ενδέχεται οι μέσες ονομαστικές αποδοχές να μειωθούν κατά 7% περίπου στο σύνολο της οικονομίας.
Πληρώνουμε ακριβά την αδυναμία είσπραξης φόρων

Οπως αναφέρει η ΤτΕ, εάν ληφθούν υπόψη η αύξηση του κύριου συντελεστή ΦΠΑ από 19% το 2009 σε 21% το Μάρτιο του 2010 και σε 23% τον Ιούλιο του 2010, η εξέλιξη των εσόδων από ΦΠΑ και η εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης, προκύπτει ότι η φορολογική αποδοτικότητα του ΦΠΑ περιορίστηκε στο 0,45 το 2011 από 0,50 και 0,48 το 2009 και το 2010 αντίστοιχα. Συνεπώς η αποδοτικότητα της συλλογής ΦΠΑ φθίνει δραματικά.

Για να γίνει αντιληπτή η σημασία του ζητήματος αυτού, αναφέρεται ότι, εάν η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει το 2011 την αποδοτικότητα συλλογής ΦΠΑ του έτους 2008, με τους τρέχοντες συντελεστές ΦΠΑ θα είχε επιπλέον ετήσιες εισπράξεις ΦΠΑ ύψους 2,3 δισ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ (όλων των άλλων παραγόντων τηρουμένων σταθερών).

Βρεθήκαμε σε κίνδυνο

Η ΤτΕ εκτιμά πως η η έξαρση της αβεβαιότητας στα τέλη του 2012 έθεσε σε αμφισβήτηση την παραμονή της χώρας στο ευρώ:

• Το 2011 η ύφεση αποδείχθηκε βαθύτερη από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί και η μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ έφθασε το 6,9%. Η σωρευτική μείωση του ετήσιου ΑΕΠ την τετραετία 2008-2011 έφθασε το 13,2%, ενώ η μείωση μεταξύ του δ΄ τριμήνου του 2007 και του δ΄ τριμήνου του 2011 έφθασε το 17,2%.

• Ο αριθμός των ανέργων υπερέβη το 1 εκατομμύριο άτομα, η συνολική απασχόληση μειώθηκε κατά 6,8% το 2011 και το μέσο ποσοστό ανεργίας έφθασε το 17,7%.

• Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, παρά τα συνεχή δημοσιονομικά μέτρα και τις διαδοχικές προς τα πάνω αναθεωρήσεις του στόχου λόγω και της ύφεσης και των καθυστερήσεων, έφθασε το 10,6% του ΑΕΠ, μέγεθος το οποίο είναι μικρότερο κατά 76 εκατ. ευρώ από τον τελευταίο αναθεωρημένο στόχο.

• Το πρωτογενές έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκε κατά 18 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2010.

• Οι αποκλίσεις δημιούργησαν πρόσθετες ανάγκες και επέβαλαν την αναθεώρηση των δημοσιονομικών στόχων για το 2012.

• Σχεδόν για όλα τα ανωτέρω υπήρχαν νωρίτερα ισχυρές ενδείξεις, οι οποίες επιδείνωσαν τις προσδοκίες και τις προβλέψεις, οδήγησαν σε επί τα χείρω αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τη βιωσιμότητα του χρέους και επανέφεραν με οξύτητα το ενδεχόμενο χρεοκοπίας.

• Η πολιτική αβεβαιότητα, που εντάθηκε λίγο πριν από το σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας, επιδείνωσε την κατάσταση και συνέβαλε στην αμφισβήτηση όσων είχαν αποφασιστεί στη σύνοδο της 26ης Οκτωβρίου. Το ζήτημα της εξόδου της χώρας από τη ζώνη του ευρώ και της άτακτης χρεοκοπίας είχε πλέον γίνει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

Από την άλλη πλευρά, εκτιμάται πως η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων άνοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας και ότι η συμφωνία της 21ης Φεβρουαρίου ανακόπτει την επικίνδυνη δυναμική του χρέους και επιτρέπει τη συντεταγμένη ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Εφικτή η υλοποίηση του προγράμματος

Ο κ. Προβόπουλος επισημαίνει πως «η ψήφιση της δανειακής σύμβασης και των εφαρμοστικών νόμων από τη Βουλή και μάλιστα με αυξημένες πλειοψηφίες υπήρξε η πρώτη θετική εξέλιξη που πρέπει να επισημανθεί. Η κρισιμότερη παράμετρος, ωστόσο, η οποία θα καθορίσει και την επιτυχία του προγράμματος, είναι η συνεπής εφαρμογή του. Υπάρχουν αναμφισβήτητα μεγάλες δυσκολίες και προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Όμως, σε τελευταία ανάλυση οι στόχοι του είναι εφικτοί και το πρόγραμμα μπορεί να επιτύχει».

Για να γίνει αυτό υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις:

1ον. Συνέχεια, η οποία πρέπει πάση θυσία να εξασφαλιστεί. Στο παρελθόν υπήρξαν προγράμματα που θα μπορούσαν να επιτύχουν, αν είχαν συνεχιστεί, αλλά διακόπηκαν ή νοθεύθηκαν υπό την πίεση του πολιτικού κόστους. Αυτήν τη φορά δεν υπάρχουν ανάλογα περιθώρια. Το πρόγραμμα πρέπει να εφαρμοστεί απαρέγκλιτα σε όλη τη διάρκεια της ισχύος του, μέχρι το 2015, αλλά και μετά. Στοιχεία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την απαιτούμενη συνέχεια είναι κατ’ αρχάς η βασική συμφωνία ενός μεγάλου μέρους των πολιτικών δυνάμεων ως προς τους στόχους του προγράμματος. Σε πρακτικό επίπεδο θα πρέπει να σημειωθεί η απόφαση για τη θέσπιση θέσης Γενικού Γραμματέα Εσόδων στο Υπουργείο Οικονομικών με πενταετή θητεία, η οποία εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ συνέχειας της δημόσιας διοίκησης σε έναν κρίσιμο τομέα.

2ον. Διοικητική αποτελεσματικότητα. Η εφαρμογή των πολιτικών εξαρτάται αποκλειστικά σχεδόν από την ικανότητα των μηχανισμών που θα κληθούν να τις υλοποιήσουν, δηλαδή του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Είναι πλέον πανθομολογούμενο ότι στον τομέα αυτόν οι κρατικιστικές αντιλήψεις και οι πελατειακές σχέσεις έχουν δημιουργήσει στρεβλώσεις και αγκυλώσεις και έχουν θρέψει κεκτημένα συμφέροντα και συντεχνιακές επιδιώξεις που αποτελούν σήμερα τα κύρια εμπόδια στην εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών. Η εφαρμογή του προγράμματος ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας θα αποτύχει αν δεν υπερβούμε τα εμπόδια αυτά τώρα.

3ον. Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη που έχει κλονιστεί μπορεί να αποκατασταθεί με έναν μόνο τρόπο: την εφαρμογή όλων των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη δανειακή σύμβαση, αυστηρά μέσα στις προθεσμίες που έχουν τεθεί και χωρίς “εκπτώσεις” ως προς το περιεχόμενό τους. Και μάλιστα, όπου υπάρχει δυνατότητα, θα πρέπει να επιδιώκονται πιο φιλόδοξοι ποσοτικοί στόχοι ή και αυτοί να επιτυγχάνονται νωρίτερα. Η εφαρμογή του προγράμματος πρέπει να αποπνέει αδιαμφισβήτητη αποφασιστικότητα για να πείσει τις αγορές και τον ελληνικό λαό ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν, ότι η έξοδος από την κρίση είναι εφικτή και ότι η ανάκαμψη θα συνιστά και την αρχή μιας νέας αναπτυξιακής πορείας πάνω σε υγιείς βάσεις.


Κλειδί η επιστροφή σε ανάπτυξη

Η ΤτΕ επισημαίνει ότι η ταχύτερη δυνατή επαναφορά της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ είναι το κλειδί για την τελική επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί. Η ανάκαμψη και η δημιουργία των προϋποθέσεων για βιώσιμη ανάπτυξη είναι όντως ο δρόμος που θα οδηγήσει στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους και του ελλείμματος και θα βελτιώσει τις προσδοκίες.

Σημειώνεται ότι για να είναι διατηρήσιμη η μείωση των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους απαιτούνται πρόσθετα μέτρα που θα ελαχιστοποιούν, κατά το δυνατόν, τις συσταλτικές επιδράσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομική δραστηριότητα και θα ενισχύουν το ρυθμό ανάπτυξης μακροχρόνια.

Τα μέτρα αυτού του είδους αφορούν κατ’ αρχάς την ίδια τη σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής ως προς τις δαπάνες και τα έσοδα, αλλά και ως προς τις επιμέρους κατηγορίες δαπανών και εσόδων. Η μείωση των δαπανών είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την αύξηση των εσόδων, ενώ στην πλευρά των δαπανών είναι σκόπιμο να μη θίγονται -κατά το δυνατόν- οι επενδυτικές δαπάνες και στην πλευρά των εσόδων είναι σκόπιμο να μην επιβάλλονται φορολογικές ρυθμίσεις που αποθαρρύνουν την αποταμίευση ή επιδρούν αρνητικά στην προσφορά κ.ο.κ.


Να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες

Υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες που, αν αξιοποιηθούν συστηματικά, θα συντελέσουν στην επίσπευση της ανάκαμψης, σημειώνει η ΤτΕ. Μεταξύ αυτών είναι:

Η αύξηση της απορρόφησης και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων των ταμείων της Ε.Ε., ιδίως σε προγράμματα που βοηθούν άμεσα τις επιχειρήσεις και συμβάλλουν στην απασχόληση των ανέργων.

• Οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις πολιτικής για την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 1ης-2ας Μαρτίου.

Η αναμενόμενη το 2012-13 σημαντική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η οποία, σε συνδυασμό και με την προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών, οδηγεί σε μεγάλη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους, που θα συμβάλει στην αύξηση των εξαγωγών και στην υποκατάσταση των εισαγωγών. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι έως το τέλος του 2012 θα έχουν ανακτηθεί τα 2/3 - 3/4 της συνολικής απώλειας ανταγωνιστικότητας της περιόδου 2001-2009. Επιπλέον, εντός του 2013 θα έχει ανακτηθεί πιθανόν ολόκληρη η απώλεια. 

Η βελτίωση της δυνατότητας των τραπεζών να χρηματοδοτούν επαρκώς την οικονομία (μετά την εφαρμογή της συμφωνίας της 21ης Φεβρουαρίου, την επανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωσή τους).

Η υλοποίηση του προγράμματος “Ήλιος” για την εξαγωγή ηλιακής ενέργειας στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η οποία μπορεί να συνεπάγεται σημαντικές επενδύσεις και αύξηση της απασχόλησης.

Η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, η οποία θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη και τα δημόσια έσοδα και θα δημιουργήσει ευκαιρίες για ξένες άμεσες επενδύσεις και για μεταφορά τεχνολογίας.


Ορόσημο το 2012 για το τραπεζικό σύστημα

Το 2012 εκτιμάται ότι θα αποτελέσει ορόσημο για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του τραπεζικού συστήματος στις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί. Οι τράπεζες θα κληθούν να προχωρήσουν σε πλήρη επαναπροσδιορισμό των επιχειρησιακών τους σχεδίων, ώστε να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες προκλήσεις που δημιουργεί η ύφεση και να προβούν σε σημαντικού ύψους ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης, μέχρι το τέλος του γ΄ τριμήνου του 2012.

Οι επιπρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τράπεζες θα προκύψουν με την ολοκλήρωση της άσκησης ανακεφαλαιοποίησης που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με την τριμερή επιτροπή (ΔΝΤ/Ε.Ε./ΕΚΤ), βάσει δύο σεναρίων μακροοικονομικών παραδοχών, ενός βασικού και ενός δυσμενούς.

Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ύψους των αναγκαίων πρόσθετων κεφαλαίων θα ληφθούν υπόψη:

(α) η απομείωση της αξίας των χαρτοφυλακίων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν οι τράπεζες, η οποία προκύπτει από τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα κατ’ εφαρμογήν της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2011,

(β) οι εκτιμηθείσες αναμενόμενες ζημίες στα χαρτοφυλάκια δανείων των τραπεζών,

(γ) οι ήδη σχηματισθείσες προβλέψεις για τις προαναφερθείσες ζημίες και

(δ) η εκτιμώμενη για την προσεχή περίοδο κερδοφορία των τραπεζών.

Το τελικό ύψος των απαιτήσεων σε κεφάλαια θα πρέπει επίσης να είναι επαρκές ώστε ο Δείκτης Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Core Tier 1) να διαμορφωθεί κατ’ ελάχιστον σε 9% και 10% μέχρι το τέλος του γ΄ τριμήνου του 2012 και του β΄ τριμήνου του 2013 αντίστοιχα. Επίσης, οι εν λόγω απαιτήσεις σε κεφάλαια διασφαλίζουν ότι για κάθε ένα από τα τρία έτη, 2012-2014, ο ανωτέρω δείκτης διαμορφώνεται σε 7% με βάση το δυσμενές σενάριο. Όσον αφορά την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην προσέλκυση κεφαλαίων από επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα κεφάλαια μπορούν να αντληθούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου