Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

"Το κενό στρατηγικής κίνδυνος για οικονομία"

Η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί σε κίνδυνο αν οι πολιτικοί και επιχειρηματικοί ηγέτες συνεχίσουν να κάνουν βραχυπρόθεσμες κινήσεις τακτικής, αντί για πραγματικές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, εκτιμά ο επικεφαλής της PIMCO, Mohamed El-Erian.

Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο περιοδικό FP, οι απογοητευτικοί μακροοικονομικοί δείκτες που ανακοινώνονται  –από την διολίσθηση της Βρετανίας σε ύφεση και την μεγάλη πτώση στις παραγγελίες διαρκών αγαθών στις ΗΠΑ- τονίζουν τις ασυνήθιστες συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι αναπτυγμένες οικονομίες. Ωστόσο, υπερβολικά πολλές από τις σημερινές πολιτικές για την επίλυση των προβλημάτων, είναι κινήσεις τακτικής, και όχι στρατηγικές λύσεις.
http://www.euro2day.gr/specials/opinions/132/articles/695600/Article.aspx
Αντί της αντιμετώπισης των προβλημάτων με συνολικό τρόπο και του καθορισμού ενός μακροπρόθεσμου στόχου, οι λύσεις που προτείνονται είναι βραχυπρόθεσμες και σχεδιασμένες απλώς να «ισιώσουν το πλοίο που γέρνει». Έτσι, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να δώσουν προσωρινές μόνο «ανάσες», με ανατρέψιμα -και συνεπώς θεμελιωδώς απατηλά- αποτελέσματα.

«Υπάρχουν βέβαια λόγοι που οι πολιτικοί επιλέγουν αυτήν την προσέγγιση και, για να είμαστε δίκαιοι, στο παρελθόν είχε αποδειχθεί αποτελεσματική. Ωστόσο, οι συνθήκες σήμερα είναι θεμελιωδώς διαφορετικές. Έτσι, αυτό που φαίνεται έξυπνο από άποψη τακτικής για κάποιον, μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικά κοντόφθαλμο για όλους», σημειώνει.

Σύμφωνα με τον El-Erian, η επαναλαμβανόμενη τάση για επιλογή της τακτικής αντί της στρατηγικής λύσης της τωρινής κατάστασης είναι εμφανής τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ –και ορατή τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Αν και αντιμετωπίζουν την μεγαλύτερη κρίση χρέους στην σύγχρονη ιστορία, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ουσιαστικά περιφέρονται άσκοπα για περισσότερο από δυο χρόνια. Μέσω μιας σειράς μικρών βημάτων -είτε πρόκειται για την οικονομική διάσωση τριών περιφερειακών οικονομιών, ή για τις μαζικές ενέσεις ρευστότητας από την ΕΚΤ- έκαναν τόσα ώστε να αποφύγουν την καταστροφή, αλλά όχι αρκετά για να αφήσουν πίσω τους την κρίση.

Αυτού του τύπου η συμπεριφορά είναι εμφανής και στις ΗΠΑ, αν και η κατάσταση εκεί δεν είναι τόσο δραματική. Με οδηγό πρωτίστως –αν όχι αποκλειστικά- τη Fed, οι αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν κάνει κινήσεις για να σταθεροποιήσουν την οικονομική κατάσταση και να ενθαρρύνουν μια σταδιακή βελτίωση. Όμως, η Fed δεν στηρίχθηκε επαρκώς από άλλες κυβερνητικές οντότητες που κατέχουν καλύτερα «εργαλεία» πολιτικής για να άρουν τα εμπόδια στην ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένων των μεταρρυθμίσεων στην στεγαστική αγορά, την αγορά στεγαστικών δανείων, την επαγγελματική επιμόρφωση, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, και τα δημοσιονομικά.

Ως αποτέλεσμα, η οικονομία δεν έχει αποκτήσει την «φόρα» που χρειάζεται για να μειώσει δραστικά τη μακροχρόνια ανεργία και να επαναφέρει τις ΗΠΑ στον δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης και της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα. Αντιδρώντας στις εντεινόμενες πιέσεις, οι αναπτυγμένες οικονομίες συμφώνησαν σε μικρά βήματα που αντανακλούν την συνεχιζόμενη παγκόσμια αναδιοργάνωση. Ωστόσο, συγκριτικά με την ξεκάθαρη αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών και των αναδυόμενων οικονομιών, οι αλλαγές είναι εξαιρετικά περιορισμένες –είτε αφορούν στην ψήφο και την εκπροσώπηση σε πολυμερείς θεσμούς, ή το πώς επιλέγονται οι επικεφαλής των θεσμών αυτών.

Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι θεσμοί, την ίδια ώρα που καλούνται να διευκολύνουν τον συντονισμό της διεθνούς πολιτικής και να βελτιώσουν τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, στερούνται νομιμοποίησης και αξιοπιστίας.

Ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει μείνει ανεπηρέαστος από αυτού του είδους την τακτική συμπεριφορά. Τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις έχουν δείξει μια ασυνήθιστη αντίσταση στην λήψη μακροπρόθεσμων δεσμεύσεων. Αντί να επενδύσουν και να προσλάβουν προσωπικό για μελλοντικές δραστηριότητες, προτιμούν να περιμένουν. Και στο μεταξύ, έχουν συσσωρεύσει τεράστια ταμειακά υπόλοιπα στους ισολογισμούς τους, σε μια περίοδο που τα επιτόκια είναι τόσο χαμηλά που υποδηλώνουν απώλειες στην πραγματική αγοραστική δύναμη.

«Αυτή η κυριαρχία της τακτικής προσέγγισης δεν είναι παράλογη, καθώς αντανακλά το τρίπτυχο: ασυνήθιστα αβέβαιες προοπτικές – ισχυρές βραχυπρόθεσμες πρωτοβουλίες- εξαιρετικής πόλωσης στην πολιτική.

Βγαίνοντας από την παγκόσμια οικονομική κρίση, οι αναπτυγμένες οικονομίες αντιμετώπισαν μια σειρά αδιανόητων σεναρίων που μιλούν για βαθιές δομικές αλλαγές και ένα ζοφερό μέλλον.

Τα σενάρια αυτά κυμαίνονται από αποτυχία των οικονομιών να ανακάμψουν «κανονικά» από την Μεγάλη Ύφεση, μέχρι την συνέχιση απαράδεκτα υψηλών ποσοστών ανεργίας, από την απώλεια των αξιολογήσεων ΑΑΑ της Γαλλίας και των ΗΠΑ, μέχρι την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη (κυρίως στην Ελλάδα), και από την αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα των αναδυόμενων οικονομιών μέχρι τις ανησυχίες αναφορικά με την αξιοπιστία της ευρωζώνης.

Αυτά τα αδιανόητα σενάρια αντανακλούν δυο σημαντικότατες δυνάμεις και οδηγούν σε μια ιστορική αναδιοργάνωση της παγκόσμιας οικονομίας: πρώτον, την ανάγκη για απομόχλευση στις αναπτυγμένες οικονομίες μετά από χρόνια υπερβολικού χρέους, χαλαρών στάνταρντ για τον δανεισμό και μιας αδικαιολόγητης απαίτησης για πιστωτική επέκταση• δεύτερον, μια φάση «ανάπαυλας» της ανάπτυξης σε συστημικά σημαντικές αναδυόμενες οικονομίες όπως η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία.

Για να υπάρχει ομαλή διαχείριση αυτών των τεράστιων δομικών αλλαγών, θα πρέπει να υπάρξουν σωστές μεταρρυθμίσεις σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Αντιθέτως –είτε λόγω εκλογών, είτε λόγω ανακοίνωσης εταιρειών αποτελεσμάτων, είτε λόγω ανεπαρκούς συντονισμού- πολλοί πολιτικοί αξιωματούχοι και επιχειρήσεις βρήκαν κίνητρο ώστε να επιλέξουν βραχυπρόθεσμες προσεγγίσεις που, στην ουσία, μεταθέτουν το πρόβλημα για αργότερα», τονίζει ο επικεφαλής της PIMCO.

Η ασυνήθιστα πολωμένη πολιτική σύνθεση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχει κάνει την κατάσταση ακόμα χειρότερη, λέει. Επιπλέον, οι πολιτικοί τείνουν να επιλέγουν γρήγορες και «πιασάρικες» για τα ΜΜΕ λύσεις, αντί για συνολικά πακέτα μεταρρυθμίσεων που θα έχουν διάρκεια. Πράγματι, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι πολιτικοί το βρίσκουν δύσκολο να βρουν μια κοινή ανάλυση των προβλημάτων στις αναπτυγμένες οικονομίες και μια κοινή λύση. Έτσι, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις προτιμούν να μένουν στο περιθώριο και να τηρούν στάση αναμονής μέχρις ότου υπάρξει περισσότερη διαύγεια σε ότι αφορά τις προοπτικές.

«Παλαιότερα, αυτός ο τρόπος προσέγγισης ενείχε λιγότερα ρίσκα, αφού οι περισσότερες αναπτυγμένες οικονομίες έτειναν να λειτουργούν σε έναν πιο δομικά σταθερό κόσμο. Αναλόγως, οι τακτικές απαντήσεις μπορούσαν να αποφέρουν ικανοποιητικά –ή τουλάχιστον ουδέτερα- αποτελέσματα ενώ και ο ιδιωτικός τομέας δεν δίσταζε τόσο να εμπλακεί πιο ενεργητικά στις εθνικές οικονομίες, λειτουργώντας ως λοκομοτίβα της ανάπτυξης και της διασύνδεσης των οικονομιών παγκοσμίως.

Σήμερα, οι αναπτυγμένες οικονομίες δεν ζουν πλέον σε έναν δομικά σταθερό κόσμο. Περνούν τεράστιες δομικές αλλαγές. Χρειάζονται ευρείες πολιτικές απαντήσεις για να ξεπεράσουν τα δίδυμα προβλήματα της υπερβολικά χαμηλής ανάπτυξης και του υπερβολικά υψηλού χρέους, και πρέπει να προσαρμοστούν στην ραγδαία ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών και των συνεπειών που έχει αυτή στην λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος. Και μέχρι αυτό να γίνει, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα θα αποδεικνύεται ανεπαρκής να δημιουργήσει τις θέσεις εργασίας που απαιτούνται απεγνωσμένα.

Οι συνθήκες απαιτούν μια ταχύτατη στροφή από τις τακτικές, στις στρατηγικές κινήσεις. Ωστόσο, ρεαλιστικά, δυστυχώς οι ηγέτες των αναπτυγμένων χωρών μάλλον θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο μιας ακόμα κρίσης πριν καταλάβουν πραγματικά την σημασία αυτής της αλλαγής –και το πόσο επείγουσα είναι. Κατά μια έννοια, όμως, μπορεί ήδη να δημιουργούμε τις συνθήκες για αυτό το ενδεχόμενο, αφού, στο μεταξύ, αυτό που σήμερα φαίνεται έξυπνη κίνηση από τακτικής απόψεως, μπορεί αύριο να αποδειχθεί μυωπικό από στρατηγικής απόψεως», καταλήγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου