Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης

Η παγκοσμιοποίηση του αθλητισμού, η οποία στην πραγματικότητα άρχισε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον ατελείωτο πολλαπλασιασμό των αγώνων, συνοδεύθηκε από την « αθλητικοποίηση » του κόσμου, η οποία συνιστά ένα πολιτικό-ιδεολογικό μέσο, κοινό για το σύνολο των χρηματοοικονομικών δυνάμεων που επιβάλλουν με τη βία τη θέλησή τους στον πλανήτη. Από τότε που ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν προώθησε το απαράμιλλο κίνημα αθλητικής προπαγάνδας, αναβιώνοντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα, το 1896, το αθλητικό φαινόμενο χαρακτηρίστηκε από τον συνδυασμό πολλών παραγόντων : τη χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη των περισσότερων αθλημάτων σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, τη διεθνή ομογενοποίησή τους με την κωδικοποίηση ενιαίων κανόνων, τη σταδιακή εξαφάνιση των σωματικών τεχνικών ή των τοπικών αγώνων.

Αυτό το ενιαίο σύνολο αναδιαμόρφωσε τον χρόνο (καθιέρωση όλο και πιο ασφυκτικών αγωνιστικών προγραμμάτων, τα οποία χρησιμεύουν ως καθολικά αποδεκτό σημείο αναφοράς) και ταυτόχρονα τον γεωπολιτικό χώρο (πολλαπλασιασμός των αθλητικών χώρων : στο ισόγειο των πολυκατοικιών, στα στάδια, στο σπίτι μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη, στην ύπαιθρο), κι αυτό μέσα από ένα θέαμα σε παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση. Μάλιστα, η πρωτόγνωρη σύνδεση του χρόνου με τον χώρο μοιάζει να διαμορφώνει μια νέα ιστορία, που αποτελείται από τα κατορθώματα, τα ρεκόρ, τις επιδόσεις, δημιουργώντας έτσι ακόμη και μύθους ή « φανταστικούς θρύλους », των οποίων θεοί είναι οι πρωταθλητές, στο κέντρο ενός ωκεανού από εικόνες.

Στην πραγματικότητα, αυτή η αθλητική πανδημία -η εξάπλωση της σφαίρας επιρροής του αθλητισμού στην καθημερινή ζωή- εντοπίζεται στην παγκοσμιοποίηση του αθλητισμού ως ανελέητου κόσμου « νικητών », οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι και τόσο « ειρηνικοί ». Ο δημόσιος χώρος, που έχει περιοριστεί σε μια οθόνη τηλεοπτικού ονείρου, είναι σε τέτοιο βαθμό κορεσμένος από τον αθλητισμό, που η πολιτική, για παράδειγμα, αντιμετωπίζεται και αυτή ως αθλητικό φαινόμενο. Ο αθλητικός τύφος (που προέρχεται από τη λέξη tifosi) μολύνει τις συνειδήσεις με απίστευτη ταχύτητα, μετατρέποντας το κάθε άτομο σε εν δυνάμει οπαδό. Σε σημείο που ο αθλητισμός εγγράφεται πλέον στο ίδιο πλαίσιο με τις βασικές ανάγκες -νερό, φαγητό, ύπνος. Επίσης, έχει γίνει ο σχεδόν αποκλειστικός χωροχρόνος αυτού του μοναχικού πλήθους που έχει αποβλακωθεί από το πάθος για το επουσιώδες : ένα σουτ, ένα σπριντ ή ένα σέρβις. Ο αθλητισμός συγκροτεί την καθημερινή ζωή και, για πολλά άτομα, δεν υπάρχει πια τίποτα έξω από αυτόν, παρά μόνο το αβυσσαλέο κενό μιας μη αυθεντικής τηλεοπτικής « γλώσσας ».

Αν τα στάδια επιτρέπουν την αντικειμενική διεξαγωγή του αγώνα, η πραγματική γοητεία του θεάματος που κυριεύει τα μαγεμένα πλήθη οφείλεται ακριβώς στην αγοραία και ταυτόχρονα υπνωτική δύναμη της γενικευμένης αναμετάδοσης των αγώνων (από ένα μοναδικό σημείο του κόσμου, το στάδιο, σε όλα τα πιθανά σημεία, σε κάθε σπίτι), η οποία γίνεται με χαρακτηριστικούς τρόπους : την απευθείας σύνδεση, το στιγμιότυπο, την αργή κίνηση και τις επαναλήψεις από όλες τις γωνίες, τη μετάδοση μέσω κυκλώματος.
Φανατικοί τηλεθεατές

Ο αθλητισμός, ακόμη και με τον τρόπο οργάνωσής του, έχει γίνει ένας από τους φορείς της τρέχουσας παγκοσμιοποίησης, δηλαδή μια πλανητική χωροποίηση που υπόκειται σ’ έναν στατικό, κυριολεκτικά παγωμένο, ενιαίο χρόνο, ο οποίος διαμορφώνεται από την οικουμενική δύναμη της τηλεοπτικής μετάδοσης. Ο χρόνος που άλλοτε οριζόταν από την ιστορικότητα, ένας περίπλοκος χρόνος, με μια ορισμένη διαλεκτική ροή [1], έχει λοιπόν αντικατασταθεί από τον χρόνο του αθλητισμού, ο οποίος διαμορφώνει την Ιστορία με βάση τον ρυθμό των αγώνων, των επιδόσεων, των τηλεοπτικών μεταδόσεων. Ο « πραγματικά υπαρκτός » αθλητισμός δεν είναι παρά μια φρενίτιδα αγώνων, η πλανητική οργάνωση της διαρκούς ανακύκλωσής τους στη βάση ενός παγκόσμιου προγράμματος. Στο εξής, ο αθλητισμός δεν είναι πια παρά μία από τις συνιστώσες ενός χρόνου και ενός χώρου που έχουν αυτονομηθεί -μέσα και- από το κεφάλαιο. Είναι η οικειοποίηση του χρόνου και του χώρου με βάση την εικόνα του και ως εικόνα.

Ως νέοι αστέρες της παγκοσμιοποίησης, οι πρωταθλητές έχουν αντικαταστήσει τις βεντέτες του κινηματογράφου και του σόου μπίζνες. Ο αθλητής υψηλού επιπέδου έχει γίνει το διαφημιστικό πρότυπο που πρέπει να ακολουθήσουμε, το πρότυπο με το οποίο η νεολαία πρέπει να ταυτιστεί. Δεν είναι μόνο ότι οι σπόνσορες κατασκευάζουν την εικόνα των αθλητών ως παγκοσμιοποιημένων τυποποιημένων προϊόντων, αλλά και το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση προβάλλει τις πλανητικές μορφές αθλητών που έχουν εξομοιωθεί με την εικόνα των παπουτσιών τους : κοινή γλώσσα τους είναι το αγγλο-αθλητικό ιδίωμα, ο τρόπος ζωής τους είναι ομογενοποιημένος -τα ίδια « τονωτικά ροφήματα », τα ίδια πολυτελή ξενοδοχεία, το ίδιο πάθος για τα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, οι ίδιες εξαντλητικές προπονήσεις, τα ίδια ντοπαρίσματα, το ίδιο ενδιαφέρον για τους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Ενταγμένοι σε teams, συλλόγους, ομάδες που ελέγχονται από ισχυρά χρηματοοικονομικά συμφέροντα, αυτοί οι happy few (ολίγοι ευτυχισμένοι) αφιερώνουν τον χρόνο τους σε συναντήσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη, προσφέροντας θέαμα σ’ ένα τεράστιο κοινό απόκληρων και καταπιεσμένων, που περιορίζονται στον ρόλο των φανατικών τηλεθεατών ή των μηχανικών χειροκροτητών, όπως συμβαίνει στα ριάλιτι σόου.

Η πραγματική δύναμη της ιδεολογίας του αθλητισμού απορρέει από τον ατελείωτο πολλαπλασιασμό των εικόνων του αγώνα, μεταξύ των οποίων δεν παρεμβάλλονται παρά μόνο σχόλια που ξεχειλίζουν από μια θλιβερή κοινοτοπία. Η διαρκής τηλεοπτική παγκοσμιοποίηση μετατρέπει έτσι το αθλητικό πάθος σε πάθος για την εικόνα, σε « εικονομανία », για να επαναλάβουμε τη διατύπωση του Γκίντερ Αντερς [2]. Η καθολική μόλυνση των συνειδήσεων προέρχεται λοιπόν από αυτόν τον αδιάκοπο αθλητικό-τηλεοπτικό βομβαρδισμό. Με τη βοήθεια της ανεξάντλητης εικονογραφίας που επιβάλλεται από τις ψηφιακές τεχνολογίες, οι οποίες μαγνητίζουν το κάθε άτομο μπροστά στην οθόνη του (διαδίκτυο, κινητό τηλέφωνο, home cinema, τηλεόραση κ.λπ.), ο βομβαρδισμός δοξάζει τα νέα εικονίσματα του αθλητισμού, μεταδίδοντας ταυτόχρονα στις μάζες το παγκόσμιο αθλητικό όραμα.

« Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία την οποία ο υποτιθέμενος στοχαστής πραγματώνει αναμφίβολα συνειδητά, αλλά με βάση μια ψευδή συνείδηση. Οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις που τον κινητοποιούν τού είναι άγνωστες, αλλιώς δεν θα επρόκειτο για ιδεολογική διαδικασία. Επίσης, φαντάζεται ψευδείς ή φαινομενικές κινητήριες δυνάμεις [3] » γράφει ο Ενγκελς. Έτσι, η αθλητική ιδεολογία δραματοποιεί τη φανταστική δράση φανταστικών υποστάσεων (την ολυμπιακή ιδέα, την ολυμπιακή ειρήνη, το ευ αγωνίζεσθαι, το αθλητικό πνεύμα κ.λπ.), παραγνωρίζοντας, μεταμφιέζοντας ή απωθώντας τις πραγματικές κινητήριες δυνάμεις του αθλητισμού : τη συσσώρευση του αθλητικού κεφαλαίου, το ξέφρενο κυνήγι της απόδοσης, τις βλαβερές συνέπειες του αγώνα.

Η πρώτη μορφή ψευδούς συνείδησης που καθιστά αυτήν την « Ντίσνεϊλαντ » έναν ιδιαίτερο ιδεολογικό μηχανισμό είναι η απόρριψη κάθε ιδεολογικού χαρακτήρα, η πολιτική απώθηση κάθε πολιτικού χαρακτήρα του αθλητισμού.

Άλλοτε με αφελή τρόπο, από τους αθλητές και τους αθλητικούς παράγοντες που είναι βυθισμένοι σ’ αυτόν τον ναρκισσιστικό και ταυτόχρονα μεγαλομανή ονειρικό ωκεανό, άλλοτε με πιο διεστραμμένο τρόπο, από ορισμένους διανοούμενους, ο αθλητισμός παρουσιάζεται ως μια λατρεία της επίδοσης, μια αντικοινωνία της ανταγωνιστικής προσπάθειας, ένας μαγικός και μαγευτικός κόσμος πρακτικών υπέρβασης του εαυτού μας, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τις ιδεολογικές αντιθέσεις, τις πολιτικές κατευθύνσεις, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο αθλητισμός εμφανίζεται να είναι ριζικά ουδέτερος, απολιτικός, έξω από την πάλη των τάξεων, ούτε αριστερός ούτε δεξιός αλλά ούτε και κεντρώος, πάνω από τις κομματικές διαμάχες και τις κοινωνικές συγκρούσεις.

Η ιδεολογία της « αξιολογικής ουδετερότητας » αρνείται πεισματικά τον ρόλο του αθλητισμού ως προσπάθειας αποβλάκωσης, κατήχησης και αποχαύνωσης των μαζών -τόσο στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις όσο και στον Τρίτο Κόσμο. Αυτή η ιδεολογία εκδηλώνεται με δύο βασικές μορφές, τις οποίες δεν θα δυσκολευτούμε καθόλου να αναγνωρίσουμε στους προσεχείς αγώνες, στην Αθήνα.

Η πρώτη μορφή, που υποστηρίζεται με ένταση από όλες τις τάσεις της αριστεράς, συνίσταται στην άποψη ότι ο αθλητισμός μπορεί να περιβληθεί με όλα τα χρώματα, από το έντονο κόκκινο μέχρι το απαλό ροζ. Ο αθλητισμός, αν οργανωθεί με « προοδευτικό » τρόπο, μπορεί να συμβάλει στη χειραφέτηση των γυναικών, να καταπολεμήσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, να συντελέσει στη δημοκρατική ολοκλήρωση, να αναθερμάνει την κοινωνική πρόοδο και, σε τελική ανάλυση, να προωθήσει τον « πολιτισμό ». Έτσι, μπορεί να υπάρξει ένας πραγματικός αθλητισμός, ένας εκπαιδευτικός αθλητισμός, ένας εξαγνισμένος αθλητισμός, ένας αθλητισμός με ανθρώπινο πρόσωπο, με λίγα λόγια μια πλατωνική Ουσία ή Ιδέα του αθλητισμού, η οποία θα διαψεύσει τις θλιβερές υπερβολές, καταχρήσεις, αλλοιώσεις και εκτροπές του πραγματικά υπαρκτού αθλητισμού. Η άθλια πραγματικότητα της κερδοσκοπίας, του ντόπινγκ, των προσχεδιασμένων αποτελεσμάτων και της διαφθοράς αναλαμβάνει προφανώς να ανακαλεί κατά καιρούς στην τάξη αυτούς τους εμπόρους της ψευδαίσθησης.

Η δεύτερη έκφραση της ιδεολογίας της αξιολογικής ουδετερότητας, η οποία είναι ακόμη πιο διαδεδομένη, αναγεννιέται κατά περιόδους μέσα από τις ομόφωνες ζητωκραυγές της « αθλητικής συναίνεσης ». Η αγελαιοποίηση, η μαζικοποίηση, η καθολική, αν όχι ολοκληρωτική, κινητοποίηση του πλήθους, το οποίο « συγκλονίζεται από ευτυχία » με τα μυθικά κατορθώματα των θεών του σταδίου υποτίθεται ότι αποδεικνύουν την οικουμενικότητα του « αθλητικού ιδεώδους » ή της « ολυμπιακής ιδέας ». Βλέπουμε λοιπόν με θλίψη διανοούμενους, οι οποίοι συνήθως διακρίνονται για το κριτικό πνεύμα τους, να ενώνονται με την αγέλη των μανιακών των μυών, ανίκανοι να αποκαλύψουν τον αντιδραστικό πολιτικό ρόλο αυτής της « αθλητικοποίησης » του πνεύματος, αυτού του ψεύτικου συναισθηματικού βομβαρδισμού με τους πρωταθλητές « μας ».

Έτσι, στην εθνική έκσταση -ορισμένοι μίλησαν ακόμη και για οργασμό- που πλημμυρίζει τον δημόσιο χώρο σε περίπτωση νίκης, οι φίλοι του αθλητισμού αρέσκονται να αναγνωρίζουν την έκφραση μιας ιερής αναγεννητικής ενότητας. Οι πρωταθλητές φέρονται να είναι λοιπόν η πρωτοπορία μιας κοινωνίας που έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Η νίκη της « μαύρης-λευκής-μελαμψής » ομάδας της Γαλλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1998 ήταν έτσι η ευκαιρία για να ξεσπάσει ένα κύμα λαϊκιστικού κρετινισμού.

Ο Ντιντιέ Ντεσάν, αρχηγός των « Μπλε », διαβεβαίωνε με κάθε σοβαρότητα ότι « το ποδόσφαιρο είναι ένα μέσο που επιτρέπει να εξαλείφονται οι φυλετικές, κοινωνικές ή πολιτικές διαφορές [4] ». Ο προπονητής Εμέ Ζακέ ήταν ακόμη πιο λυρικός : « Η Γαλλία επιβεβαιώθηκε μέσα από αυτήν την πολυεθνική ομάδα. Είναι πολύ θετικό για τη χώρα το γεγονός ότι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία και είναι γεμάτοι από τη χαρά της ζωής και τη φιλοδοξία, έκαναν τόσο πολύν κόσμο ευτυχισμένο. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στην εθνική ενότητα [5] ». Ο κύριος αρθρογράφος της εφημερίδας L’Humanité ξετύλιξε τη μεταφορά του « μύθου του αιώνα » : « Τα μπλε είδωλα έχουν μπει στη λαμπρή αιωνιότητα του ποδοσφαίρου [6] ». Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Ζινεντίν Ζιντάν ψηφίστηκε ως ο « αγαπημένος Γάλλος των Γάλλων » και ότι οι πιο εθισμένοι στο αθλητικό όπιο πρότειναν ακόμη και τον « Ζιντάν πρόεδρο » !

Ωστόσο, αυτή η ομόφωνη δημαγωγία δεν αντιστάθηκε για πολύ στην αρχή της πραγματικότητας : ούτε το « ποδόσφαιρο των εργατουπόλεων », ούτε το « ποδόσφαιρο του δρόμου », ούτε ο « λαϊκός αθλητισμός », ούτε ο « αθλητισμός για όλους » -στην επιθυμητική σκέψη ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός- εμπόδισαν τη διεύρυνση του « κοινωνικού ρήγματος » και την επιδείνωση της αποσύνθεσης του συλλογικού ιστού στις « δύσκολες συνοικίες ». Αντί να συμβάλλουν στην ομόνοια των πολιτών, οι αθλητικές συναντήσεις χαρακτηρίζονται όλο και περισσότερο από σοβαρά επεισόδια και βιαιότητες γεμάτες μίσος, που δεν είναι απλές « υπερβάσεις » ή « μικρές ειδήσεις », αλλά η συνέπεια της νίκης με κάθε τίμημα, η οποία προέχει σε όλα τα επίπεδα του θεσμού. Εξάλλου, η αθλητική ζούγκλα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αναπαράγει εδώ το alter ego της : τη ζούγκλα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Η δεύτερη ιδεολογική διαδικασία είναι η έκφραση της σχεδόν σχιζοφρενικής διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στους επίσημους λόγους -οι οποίοι ενισχύουν με τον τρόπο τους τους δημιουργούς της σωστής αθλητικής συνείδησης [7]- και τη θλιβερή πραγματικότητα του « χώρου » : αύξηση και όξυνση των βιαιοτήτων μέσα και έξω από τα στάδια, επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα της μαφιόζικης ή ημιμαφιόζικης διαφθοράς, γενικευμένη « χρηματιστηριοποίηση » των αθλητικών « αξιών », απάτες και μηχανορραφίες κάθε είδους και, κυρίως, μαζικό ντοπάρισμα σε όλα τα επίπεδα.
Χιονοστιβάδα υποθέσεων ντόπινγκ

Σύμφωνα με την παλιά καλή λογική του σχιζοειδούς διαχωρισμού, παρατηρούμε λοιπόν μια διπλή διάσταση : ο αθλητικός θεσμός υποτίθεται κατ’ αρχήν ότι είναι ανεξάρτητος από την παγκόσμια καπιταλιστική κοινωνία και μπορεί να αναπτύξει μια αυτόνομη λογική. Έτσι, σε μια κοινωνία που έχει διαβρωθεί από το κυνήγι του κέρδους, ο αθλητισμός μπορεί να παραμένει μια « καθαρή » νησίδα, η οποία προστατεύεται από τις « αξίες » της. Σύμφωνα με τη διττή λογική, ο αθλητικός θεσμός υποτίθεται στη συνέχεια ότι χωρίζεται στον « καλό αθλητισμό » και στις « κακές χρήσεις » του, τις « εκτροπές » και τις « διαστρεβλώσεις » του. Από αυτήν την άποψη, το ντόπινγκ δεν είναι παρά ένα ατυχές επιφαινόμενο, το οποίο « αλλοιώνει » βέβαια την ηθική του αθλητισμού αλλά δεν αποτελεί παρά μια πρακτική που περιορίζεται σε μερικούς σπάνιους απατεώνες, σε μερικά μεμονωμένα αθλήματα.

Όμως, τα γεγονότα των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων δείχνουν με σαφήνεια ότι το ντόπινγκ είναι η τερατολογική αποκάλυψη της πραγματικής φύσης του αθλητισμού, και όχι μια περιστασιακή παραβίαση : ένας μη αναστρέψιμος ανταγωνισμός με βιοχημικά πειράματα, μια « ανθρωπομαξιμολογία », όπως έλεγαν κάποτε οι σοβιετικοί θεωρητικοί, ένα ολοκληρωτικό πρόγραμμα, που έχει στόχο να υποβάλει τον άνθρωπο στην κατασκευή ενός κυβερνοανθρώπου ή ενός βιονικού όντος νέου τύπου. Οι έρευνες, οι δίκες, οι ομολογίες, οι αποκαλύψεις έχουν οδηγήσει λοιπόν στην αποκάλυψη του αληθινού προσώπου των αγώνων.

Η χιονοστιβάδα των υποθέσεων ντόπινγκ στην ποδηλασία και τον στίβο, αλλά και στο ποδόσφαιρο ή την κολύμβηση, η οποία εκδηλώθηκε μετά τις ήδη παλαιές υποθέσεις της άρσης βαρών, του σκι αντοχής και της κωπηλασίας, είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν υπό επιτήρηση όλα τα αγωνίσματα, τα οποία το ένα μετά το άλλο συνδέονταν με υποθέσεις ντόπινγκ (ακόμη και το ράγκμπι, η ξιφασκία, το τζούντο, η πάλη και το τένις...) Οι υποθέσεις ντόπινγκ επανέφεραν κυρίως το αιχμηρό θέμα των πραγματικών ιατρικών συνθηκών κάτω από τις οποίες σημειώνονται σήμερα οι επιδόσεις. Ο πολλαπλασιασμός των προπονήσεων και των αγώνων, η αύξηση των επαγγελματικών υποχρεώσεων, η οποία συνδέεται με τη διαρκή άνοδο των απαιτήσεων υψηλού επιπέδου, η όξυνση των χρηματοοικονομικών διακυβευμάτων και η πίεση των μέσων ενημέρωσης έχουν μετατρέψει οριστικά το ερασιτεχνικό ντόπινγκ σε μια πολυεθνική βιομηχανία, με τους προμηθευτές, τις θυγατρικές και τους μεσάζοντές της [8].

Ενώ ο κατάλογος των ελεγμένων αθλητών που έχουν βρεθεί θετικοί μεγαλώνει, κι αυτό συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα των αγώνων, οι υπεύθυνοι προσποιούνται ότι τώρα ανακαλύπτουν το μέγεθος της μάστιγας. Μετά από κάθε Γύρο της Γαλλίας ή της Ιταλίας, οι παράγοντες της ποδηλασίας υπόσχονται ότι το άθλημα θα ξαναγίνει « καθαρό », μέχρι να αμαυρωθεί ξανά από μια νέα υπόθεση ντόπινγκ. Στα άλλα αθλήματα, φαίνεται ότι μόνο μερικοί μεμονωμένοι αποδιοπομπαίοι τράγοι έχουν καταφύγει στις παράνομες ουσίες, και μάλιστα περιστασιακά !

Αποκορύφωμα της ψευδούς συνείδησης, οι πιο ευφυείς, ή πιο κυνικοί, συναινούν στον εξωραϊσμό του ντόπινγκ με ευφημισμούς : τα βιταμινούχα συμπληρώματα, η εμπλουτισμένη διατροφή, η ορμονική εξισορρόπηση, η επανοξυγόνωση, τα φάρμακα κατά του άσθματος, τα μυϊκά τονωτικά, η κρεατίνη και άλλα διεγερτικά της προσπάθειας χρησιμεύουν για να περιγράφουν διακριτικά τις ακατονόμαστες ενέσεις και τις αμφεταμίνες, τη χορήγηση διαφόρων αναβολικών και κορτικοειδών, τις μεταγγίσεις αίματος σε μεγάλες δόσεις, τις τακτικές θεραπείες με ερυθροποιητίνη (ΕΡΟ) και πρόσφατα με τετραϋδρογεστρινόνη (THG).

Όταν διάσημοι κορυφαίοι αθλητές αποκαλύπτεται ότι είναι ντοπαρισμένοι, όπως ο Κουβανός Σοτομαγιόρ (άλμα εις ύψος), οι Βρετανοί Κρίστι και Τσέιμπερς (δρόμος ταχύτητας) ή ο Αυστριακός Σένφελντερ (σκι), θεωρούμε υποκριτικά ότι είναι απλές « μεμονωμένες περιπτώσεις ». Όμως, δεν είναι παρά η εμφανής κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου. Οι υπόλοιποι αθλητές δεν έχουν πλέον άλλη επιλογή : ή δέχονται, λίγο έως πολύ αυτοβούλως, να καταφύγουν στα « ενισχυτικά στοιχεία » των επιδόσεων, ή πολύ απλά αρνούνται να παίξουν στο γήπεδο των μεγάλων. Αν δεν επρόκειτο για πρόβλημα δημόσιας υγείας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ειρωνικά για το « αθλητικό ρήγμα » που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτούς που ήδη εντάσσονται στη μεγάλη σέκτα του εθισμού και αυτούς που περιμένουν να γίνουν τμήμα της.

Αφού πράγματι σκοτώνουμε τα άλογα όταν γεράσουν, λίγη σημασία έχει αν σήμερα πολλοί αθλητές χάνονται στο άνθος της ηλικίας τους, από « φυσικό θάνατο », όπως λένε οι συγκεχυμένες ανακοινώσεις [9], ή γίνονται τοξικομανείς, όπως ο Παντάνι, ο Μαραντόνα και πολλοί άλλοι, οι οποίοι για μεγάλο διάστημα προβάλλονταν ως « πρότυπα για τη νεολαία ». Και, ενώ η Παγκόσμια Υπηρεσία κατά του Ντόπινγκ (ΑΜΑ) εντείνει τις προσπάθειές της, οι νόμοι κατά του ντόπινγκ που θεσπίζονται άτολμα σε ορισμένες χώρες (μεταξύ των οποίων η Γαλλία) αποκαλύπτουν τη δραματική αδυναμία τους, και οι αθλητικοί οργανισμοί αναγνωρίζουν την αμέλειά τους για να μην ομολογήσουν την ένοχη συγκατάβασή τους γι’ αυτήν την προγραμματισμένη εκατόμβη.

Ωστόσο, επιμένουμε να εξυμνούμε κάτι που δεν υπάρχει, για να αποσιωπήσουμε καλύτερα αυτό που υπάρχει. Με τον ίδιο τρόπο που το « κομμουνιστικό ιδεώδες » εμπόδιζε για πολύν καιρό τα μέλη του κόμματος να αναγνωρίσουν την κραυγαλέα αλήθεια των εγκλημάτων του πραγματικά υπαρκτού σοσιαλισμού, τυφλώνοντάς τα διπλά, « το αθλητικό ιδεώδες » ή « η ολυμπιακή ιδέα » -σύμφωνα με την τελετουργική φρασεολογία που υπάρχει στον κόσμο της αθλητικής διαφήμισης των μέσων ενημέρωσης- συμβάλλουν μαζικά στην απόκρυψη των πραγματικών συνθηκών της αθλητικής πρακτικής των αγώνων. Όπως δεν έπρεπε, κάποτε, να « απογοητεύσουμε » το εργατικό οχυρό Μπιγιανκούρ [10], έτσι δεν πρέπει, σήμερα, να αποθαρρύνουμε τις ορδές των αφελών που κινδυνεύουν να ντοπαριστούν. The show must go on...

Η τρίτη ιδεολογική διαδικασία αφορά το αθλητικό όραμα του κόσμου, το οποίο παρουσιάζεται ως ένα σύνολο επιχειρημάτων υπέρ των επιδόσεων [11]. Πράγματι, ο βασικός ρόλος της αθλητικής πίστης είναι να διατηρήσει την καθαρότητα του αθλητικού δόγματος, τον αμόλυντο χαρακτήρα του ολυμπιακού μύθου. Στο όνομα αυτής της απατηλής « αθλητικής ιδέας », πολλοί ιδεολόγοι προτείνουν να αποκατασταθούν οι αξίες τις οποίες ο χώρος υποτίθεται ότι πρέπει να εξυμνήσει.Όμως, εκτός από το γεγονός ότι η ανιδιοτέλεια δεν είναι παρά ένας ιδεαλιστικός μύθος, ακριβώς στο όνομα αυτής της υποτιθέμενης ανιδιοτέλειας οι αθλητικοί αγώνες υπηρέτησαν πάντοτε οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα, τα οποία, από την πλευρά τους, είναι εντελώς πραγματικά.

Αυτή η ιδεολογία, επικαλούμενη με σχεδόν μυστικιστικό τρόπο τις « αιώνιες αξίες του αθλητισμού », προσπαθεί να επιβεβαιωθεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, μειώνοντας το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην κοσμική πραγματικότητα της αντικειμενικής πρακτικής του καπιταλιστικού αθλητισμού-θεάματος και στην ουράνια σφαίρα της « αθλητικής Ιδέας ». Όπως μια κατηγορηματική απαίτηση, προσπαθεί να προσαρμόσει τα κάθε άλλο παρά λαμπρά ήθη σ’ ένα « θεϊκό » ιδεώδες, του οποίου ο Κουμπερτέν ήταν ο αρχιερέας. Οι εντολές του αθλητικού δόγματος -το ευ αγωνίζεσθαι, ο σεβασμός του αντιπάλου, η ολυμπιακή εκεχειρία, η φιλία των λαών, η γιορτή της νεότητας κ.λπ.- που υμνούνται σε όλους τους τόνους συνδέονται εδώ και πολύν καιρό με πλαστές σχέσεις : ο αθλητισμός και ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και η ειρήνη, ο αθλητισμός και η δημοκρατία, ο αθλητισμός και η χειραφέτηση των λαών, των απόκληρων και των γυναικών, ο αθλητισμός και ο σεβασμός του περιβάλλοντος κ.λπ.

Μέσα από μια σειρά στρεβλών εξισώσεων, η αθλητική ιδεολογία τολμάει ακόμη και να ταυτίσει το ιδεώδες με την πλήρη αναίρεσή του. Έτσι, στην Αργεντινή, η « ελευθερία του παιχνιδιού », που δοξάστηκε το 1978 από όλους τους εραστές της στρογγυλής μπάλας, ήταν κυρίως μια προπαγανδιστική πράξη της φασιστικής χούντας του Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα, η οποία επικυρώθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (FIFA) και όλους τους υποστηρικτές του τετελεσμένου γεγονότος.

Επιπλέον, στο όνομα της « ολυμπιακής ιδέας » διεξήχθησαν οι Αγώνες του αγκυλωτού σταυρού στο Βερολίνο το 1936, οι σταλινικοί Αγώνες στη Μόσχα το 1980, οι αστυνομικοί Αγώνες στη Σεούλ το 1988. Και, η Αθήνα, τον Αύγουστο του 2004, θα αφιερώσει στην « ολυμπιακή αδελφοσύνη » την « ειρηνική » συνεύρεση ενός αμέτρητου πλήθους από « κράτη-παρίες », δημοκρατίες της μπανάνας και αστυνομικά καθεστώτα που θα προσπαθήσουν να συγκεντρώσουν μετάλλια, τιμές και διακρίσεις κάτω από τη στενή παρακολούθηση χιλιάδων στρατιωτικών και πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών οι οποίοι θα κινητοποιηθούν για να αποτρέψουν τρομοκρατικές επιθέσεις.

Η Αθήνα -που ήταν το λίκνο της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας στην αρχαιότητα- θα παραδώσει στη συνέχεια την ολυμπιακή φλόγα στο Πεκίνο, θλιβερό σύμβολο του ανατολικού δεσποτισμού. Οι εγκωμιαστές του αθλητισμού θα κλείσουν τότε διακριτικά τα μάτια μπροστά στις μαζικές παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Κίνα, με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσουν την « επιτυχία » της ολυμπιακής γιορτής το 2008.

Τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, τα ψέματα του κράτους, η κατοχή του Θιβέτ, η αιματηρή καταστολή στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, οι δημόσιες εκτελέσεις των θανατοποινιτών, οι βιαιοπραγίες της πολιτικής αστυνομίας, οι απειλές κατά της Ταϊβάν, η κυριαρχία επί του Χονγκ Κονγκ θα παραδοθούν στη λήθη. Ακόμη μία φορά, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς θα χρησιμοποιήσει τους ολυμπιακούς πανηγυρισμούς ως πρόσχημα για να ασκήσει την προπαγάνδα του. Και, η κινεζική γραφειοκρατία θα χρησιμοποιήσει την αθλητική φρασεολογία, με τον ευτελή ανθρωπισμό της, για να δικαιολογήσει μια πράξη πολιτικού μάρκετινγκ. Ως συνήθως, η « τελεολογία δίχως τέλος » του αθλητισμού θα νομιμοποιήσει το μονοπώλιο της παράνομης βίας μιας τυραννίας.

Notes

[1] Walter Benjamin, « Sur le concept d’histoire », στο « Oeuvres », Gallimard, 2000, τ. ΙΙΙ.
[2] Gunther Anders, « L’Obsolescence de l’ homme », Ivrea/L’ Encyclopedie des nuisances, 2002.
[3] Friedrich Engels, « Lettre à Franz Mehring, 14 juillet 1893 », στο Karl Marx, Friedrich Engels, « Œuvres choisies », Editions du Progres, Μόσχα, 1955, τ. ΙΙ.
[4] Le Monde, 14 Ιουλίου 1998.
[5] Le Monde, 18 Ιουλίου 1998.
[6] Claude Cabanes, « L’ Humanité », 13 Ιουλίου 1998.
[7] Για την κριτική των « ανθρωπιστών του αθλητισμού », βλέπε Jean-Marie Brohm και Marc Perelman, « Le Football, une peste émotionnelle », Marc Perelman, « Les Intellectuels et le football », Patrick Vassort, « Football et politique », βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2002 από τις εκδόσεις Editions de la Passion (Παρίσι).
[8] « L’industrie florissante du dopage », « Capital », αρ. 118, Ιούλιος 2001.
[9] « Πολλοί αθλητές υψηλού επιπέδου πέθαναν αιφνίδια τους τελευταίους μήνες. Οι νεκροψίες που διενεργήθηκαν κατέληξαν στο συμπέρασμα του "φυσικού θανάτου", μια εξήγηση που θεωρήθηκε "απαράδεκτη" από τον καθηγητή Ζαν-Πολ Εσκάντ, πρώην πρόεδρο της εθνικής επιτροπής του αγώνα κατά του ντόπινγκ », Le Monde, 2 Μαρτίου 2004.
[10] (ΣτΜ) : Το εργοστάσιο Ρενό-Μπιγιανκούρ υπήρξε αιχμή της « εθνικής » αυτοκινητοβιομηχανίας και σύμβολο του εργατικού κινήματος της Γαλλίας
[11] John Langshaw Austin, « Quand dire, c’est faire », Παρίσι, Seuil, 1970, John R. Searle, « Les Actes de langage ». Essai de philosophie du langage, Παρίσι, Hermann, 1972.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου